Χειμώνας
Για εμένα ο χειμώνας περιβάλεται από μία διαφορετική θαλπωρή. Είναι – ίσως λόγω ιδιοσυγκρασίας – η μοναδική εποχή που μου γεννά μία αίσθηση θαλπωρής.
Ο χρόνος μοιάζει να αργεύει, η ταχύτητα του κόσμου να μειώνεται. Όλα γύρω βυθίζονται στο σκοτάδι και την παγωνιά, και το μόνο που δίνει ρυθμό είναι οι αγέρηδες και οι βροχές. Αλλά κι αυτοί, με την έντασή τους, σα διαμαρτυρία για την επί μακρόν απουσία τους, μοιάζουν να συντελούν εν τέλει στο καταλάγιασμα του κόσμου. Παρασέρνουν τη σκόνη και τα ξεχασμένα απομεινάρια, ραγίζουν και σπάνε κάθε τι που έμεινε αδύναμο, που δεν πρόλαβε να ριζώσει καλά. Δίχως οίκτο και κακία. Ο χειμώνας είναι η μήτρα της αναγέννησης.
Κι αυτό οφείλεται στην καρδιά του χειμώνα. Μια μεταφορά που μεταφέρει μία κρυμμένη δόση αλήθειας. Πράγματι, στην καρδιά του χειμώνα οφείλουμε την Άνοιξη που έπεται. Αν αυτή η καρδιά πάψει να χτυπά, η Άνοιξη, ως εποχή κι ως κατάσταση ζωής, δε θα έρθει. Γιατί το αίμα και τη ζωή που διοχετεύει η Άνοιξη είναι αυτό που περίσσεψε από/μετά το Χειμώνα – αυτό που άντεξε, ή, όπως λέει ο Δάσκαλός μου Φρειδερίκος Νίτσε, αυτό που θέλησε να ζήσει. Αυτό είναι που αντέχει και σε πείσμα του καιρού, με Κόντρα τον Καιρό, μένει και στέκει, αντέχει το θάνατο και ξαναγεννιέται μετά, πιο χαρούμενο και πιο δυνατό. Εκεί κρύβεται η αλήθεια του χειμώνα. Κάτω από τη σίγαση και συστολή του κόσμου, δίνεται η πιο μεγάλη μάχη – και κρίνονται ζωές.
Μα πώς δύναται αυτή η κατάσταση να γεννά μία αίσθηση θαλπωρής; Κι όμως.
Το κρύο, το σκοτάδι και η μάχη φέρνουν τα ζώα πιο κοντά. Αναζητεί καθείς συντρόφους, συναγωνιστές και συμπάσχοντες. Πλησιάζουν για να ζεσταθούν, να μην νιώσουν μόνα στο σκοτάδι, μην χρειαστεί να πολεμήσουν αβοήθητα. Έτσι γεννιέται η θαλπωρή. Η ανάγκη γεννά την αλληλεγγύη, που τόσο σκληρά μας μαθαίνουν οι χειμώνες της ζωής. Μόν’ έτσι νιώθει κανείς ποιο είναι το συνάφι του. Ποιος παραστέκεται και ποιος εγκαταλείπει. Ποιος θυσιάζεται και ποιος θυσιάζει. Ποιος αγαπά και ποιος αδιαφορεί.
Ας μην κακολογούμε άλλο το χειμώνα, έχει πολλά να μας μάθει και να μας δείξει. Δεν είναι πισωγύρισμα και αποτράβηγμα – είναι το τέντωμα της χορδής του τόξου πριν τη βολή, τα ζάρια μέσα στη ζεστασιά της χούφτας πριν το παιχνίδι, τα πίσω βήματα του αγωνιστή. Του αγωνιστή που δεν υποχωρεί• παίρνει φόρα για το μεγάλο άλμα.
Τί ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια τί τέλεια που μαραθήκαν και αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους με μια φοβισμένη καρδιά χελιδονιού χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό δυο μαύρα σύννεφα στον ουρανό κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή απελπισμένη μοιράζοντας τις ομπρέλες της τα κάστανα θα τη ζηλέψουν και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια αυτός που πουλάει τις ζεστές ζεστές προβιές αυτός που πουλάει το καυτό σαλέπι κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι για τις φτωχές καρδιές - Μίλτος Σαχτούρης