Φάρος
Τελευταία σκεφτόμουν τους φάρους και μου φάνηκαν να μοιάζουν πολύ με τους Μεγάλους μας Ανθρώπους. Αυτούς που τόσο μας αγάπησαν και τόσο προσπαθούμε ν’ αγαπούμε, ή, έστω, να μην ξεχνούμε. Γιατί – ας μην κρυβόμαστε – μας σαγηνεύει το φως τους.
Κι εξηγούμαι.
Οι φάροι μου μοιάζουν με τους Μεγάλους μας Ανθρώπους σε 3 καίρια σημεία:
Σημείο πρώτο:
Οι φάροι δεν καθορίζουν την πορεία που πρέπει να πάρεις• απλώς δείχνουν τη δυνατότητα. Το ‘μέχρι πού’ και το ‘ως πού’ του ως τώρα. Ο καπετάνιος δεν καθορίζει την Ιθάκη του από τους φάρους. Η Ιθάκη είναι δικό του πρόβλημα και δικό του μεράκι. Οι φάροι όμως χαρτογραφούν την πορεία που καλό είναι ν’ ακολουθήσει αν δεν θέλει να τσακιστεί στα βράχια. Δηλαδή, ένας φάρος δεν ορίζει τον προορισμό – κάθε άλλο. Προτείνει μόνο το πέρασμα, δείχνοντας πως η απορία έχει πόρο.
Έτσι και οι Μεγάλοι μας Άνθρωποι: δεν δίνουν τη λύση• τα έργα τους δεν είναι οδηγίες χρήσης. Μέσα από το έργο τους προτείνουν μια γητειά, μία ανοιχτή πορεία – χωρίς αυτή να είναι τελεσίδικη. Άλλωστε, δε ζητούν αντίγραφα δικά τους, γιατί αυτό θα ήταν εκφυλισμός. “Ντροπιάζει κανείς τον δάσκαλό του όταν μένει για πάντα μόνο μαθητής». Διότι, κι ας στέκουν εκεί στα εκάστοτε όρια της ανθρώπινης σκέψης, το ταξίδι μόνος σου πάλι θα πρέπει να το κάνεις, δεν παίρνουν αυτοί το πηδάλιο. Στα χέρια σου είναι κι όπου θέλεις τράβα.
Σημείο δεύτερο:
Οι φάροι προ(σ)καλούν. Λειτουργία διττή. Αφενός, βλέποντας το φάρο στο βάθος της νύχτας ο καπετάνιος παίρνει κουράγιο. Είναι η Σειρήνα που προσκαλεί εκεί που υπάρχει ζωή, εκεί που υπάρχει τόπος – δεν είναι όλα μαύρη νύχτα κι αφιλόξενα νερά. Εκεί που υπάρχει κάποιο λιμάνι να ξαποστάσει το καράβι. Να βγει το πλήρωμα έξω και να χαρεί τις χαρές των ανθρώπων. Τον έρωτα και το πιοτό, τη ζεστασιά και τη θαλπωρή, τη συντροφιά στην ταβέρνα και τα πανηγύρια στους δρόμους, τη συζήτηση και την κοινωνία. Να ξαποστάσει πριν τον νέο πηγαιμό. Χωρίς το φάρο που προσκαλεί, το καράβι πλέει απεγνωσμένο. Δεν έχει τόπο να σταθεί, σημείο αναφοράς να κινηθεί. Είναι άτοπο μέσα στον κόσμο – κι αυτό δεν είναι διόλου μία ου-τοπία. Τον πόνο του άτοπου το λαμπύρισμα του φάρου τον μερώνει.
Αφετέρου είναι μία πρόκληση: μη βολευτείς στο λιμάνι. Υπάρχουν εκεί έξω αχαρτογράφητα νερά, και άγνωστοι τόποι. Ολοκαίνουργια πάθη κι ολοκαίνουργια λάθη. Κι ο φάρος να σε καλεί να τον διαβείς.
Έτσι και οι Μεγάλοι μας Άνθρωποι: μας προ(σ)καλούν προς το άγνωστο, το φόβο και το πάθος μας. Η πρόκληση που μας προσκαλεί να χαρούμε τη ζωή, χωρίς να ξεχνούμε το χρέος μας: να βγαίνουμε ολοένα από την ασφάλεια του λιμανιού και βουρ για παρακάτω. Που; Όπου. Γιατί τα χρώματα, η γλύκα και τ’ αρώματα του λιμανιού κρύβουν έν’ αγκάθι: τη συνήθεια. Που αχρηστεύει καράβια και καπετάνιους.
Σημείο τρίτο:
Αναβοσβήνουν. Είναι εκεί, και δεν είναι. Υπονοούν την παρουσία τους, χωρίς να την επιβάλλουν. Κι αν δεν έχεις εσύ το νου σου, δε θα τους δεις: «Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής» προειδοποιεί ο Ποιητής. Δε θα σε πάρουν απ’ το χέρι. Αυτοί είναι εκεί και στέκουν. Εσύ μπορείς να τους φτάσεις; Κι ακόμα καλύτερα, να τους ξεπεράσεις;
Έτσι και οι Μεγάλοι μας Άνθρωποι: είναι εκεί, και δεν είναι. Θες ν’ ανοίξεις τ’ αφτιά σου; Θες ν’ αναμετρηθείς μαζί τους; Καλό κατευόδιο. (Και, για να πάμε έν’ ακόμα βήμα παρακάτω, εκεί που θα τσακιστείς, γιατί θα τσακιστείς κι εσύ, θα στήσεις το δικό σου φάρο, μνημείο σ’ αυτό το υπέροχο «όσο μπορείς»; ) Δες θες; Καλή λησμονιά. Αυτοί δε ζητούν τίποτ’ από σένα, μόνο να δώσουν. Μ’ αν δεν δώσεις κι εσύ, δε θα πάρεις.
Κατ’ αυτό, η παρουσία τους για τον καθένα δεν είναι δεδομένη. Απαιτούν από εσένα το ταξίδι. Αν ανοιχτείς στ’ ανοιχτά, θα ‘ναι εκεί για σέ, αν θες να ξεχαστείς στις πολιτείες των ανθρώπων… αυτοί πάλι εκεί θα ‘ναι. Εσύ θα ‘χεις ξεχαστεί.
Κάπως έτσι βλέπω τους Μεγάλους μας Ανθρώπους. Φάροι που σώζουν από το σκοτάδι – οι νυχτοφύλακες που μας φυλούν από τη Νύχτα. Χωρίς να ζητούν αντάλλαγμα. Η μόνη χαρά που χαίρονται, πάντοτέ τους ευγενικοί και διακριτικοί, είναι να τους δικαιώσεις κι εσύ. Φτιάξε τους χάρτες σου κοιτάζοντας προς αυτά τ’ ανθρώπινα αστέρια. Μην αφήσεις αυτά τ’ ανθρώπινα κεριά να σβήσουν. Είναι αδιάβατη η Νύχτα.
[…]
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τούς πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.
Μ. Αναγνωστάκης