Διαίρεση
Διαίρεση: (θηλυκό (αλίμονο!)) – ο χωρισμός σε κομμάτια.
Βασική πράξη αριθμητικής και, αν θυμάμαι σωστά, μία από τις δύο πράξεις που χρειάζεται ένας υπολογιστής για να λειτουργήσει – η πρόσθεση είναι η δεύτερη, που καλύπτει ό,τι απομένει.
Διαιρετέος: αυτός που πρέπει να διαιρεθεί.
Παρονομαστής: αυτός που ορίζει σε πόσα μέρη διαιρείται ο άνω αναφερόμενος – μεταφορικά: η κατάσταση που βρισκόμαστε. βλ. “κοινός παρανομαστής”
Διαιρώ: κάνω διαίρεση: εμβάλλω σε διχόνοια: κατηγορώ ψευδώς, δυσφημώ, συκοφαντώ.
Νομίζω δε χρειάζεται να συνεχίσω.
Αν κοιτάξουμε τη διαίρεση ως πράξη και ως λειτουργία, παρατηρούμε το εξής: χοντρικά, ένας μεγάλος όγκος, ένας ογκώδης αριθμός σπάει σε μικρότερα τμήματα, πιο εύκολα κατανοητά, πιο εύκολα διαχειρίσιμα. Η διαδικασία αυτή μυθοποιήθηκε τεχνηέντως από το Χριστιανισμό – είμαι βέβαιος πως υπάρχει και σε άλλες θρησκείες, αλλά δεν ξέρω αρκετά για να μιλήσω. Ενδεχομένως λίγη συγκριτική θρησκειολογία να μη μας έκανε κακό. – Στο Χριστιανισμό λοιπόν, εισήχθη η έννοια του Διάβολου, ως το αντώνυμο του Θεού. Η ετυμολογική συγγένεια με τη διαίρεση είναι οπωσδήποτε πρώτου βαθμού. Έτσι έχουμε αφενός το Θεό, αφετέρου το Διάολο.
Από τη μία η ένωση:
«Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν. Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὸν καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι. Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν».
Από την άλλη η διάλυση, η ξενοφοβία κι αποξένωση. Ένα πρώτο παράδειγμα: ο πύργος της Βαβέλ.
Περαιτέρω, χοντρικό συμπέρασμα από τα παραπάνω:
Ένας ενιαίος και στοιβαρός όγκος έχει μία δική του, φυσική δύναμη. Ένα ντουβάρι δεν πάει όπου θες εσύ. Αν όμως το κάνεις γαρμπίλι, τότε το πας όπου θες. Το βάζεις και στην τσέπη σου, το κάνεις του χεριού σου. Πόσα και πόσα τέτοια παραδείγματα δεν έχει η παγκόσμια Ιστορία. Πώς το ένα γίνεται πολλά, και το σκορπάει ο άνεμος. Κυριολεκτικά – ιστορικά, μεταφορικά – ποιητικά.
Ή, πιο σωστά και χωρίς ενδοιασμούς, πώς το ένα το σπάνε σε πολλά, και το τσουβαλιάζουν. Και νομίζει το κάθε ένα πως φταίει το διπλανό του ένα για την κακή κατάστασή του, κι όχι αυτός που βαρά, σπάζει και διαιρεί.
Τίθεται όμως κι ένα άλλο ζήτημα. Αν, συμπεραίνοντας από τα παραπάνω, η διαίρεση υποκρύπτει κινδύνο, ενώ η ένωση σταθερότητα, καταλήγουμε μήπως έτσι σε έναν ολοκληρωτισμό; Πνίγεται το ατομίκο, για χάρη ενός συλλογικού; Όχι. Γιατί ξέρουμε να ξεχωρίζουμε τη γραμμή παραγωγής από την αρμονία. Κι εδώ κρύβεται η παγίδα και η απειλή. Η αρμονία διαχέεται από το μέρος στο όλο και τούμπαλιν. Η γραμμή παραγωγής δεν δημιουργεί ποτέ όλον – μόνο μάζα και σωρούς. Η αρμονία προσθέτει και πολλαπλασιάζει ό,τι υπάρχει εδώ και τώρα και το ταξιδεύει στο παντού και το πάντα. Η γραμμή παραγωγής είναι άχρονη, καθώς διαιρεί τις Στιγμές μας σε χρόνια, μέρες, ώρες, λεπτά και δέκατα.
Κι όπου βλέπεις αρμονία, να σκέφτεσαι αρμογή, μουσική κι ομορφιά. Κι όπου βλέπεις γραμμή παραγωγής και διαίρεση, να εύχεσαι να μπορείς ακόμα να σκεφτείς.
Ένα χώρο να σταθούμε ζητήσαμε, δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία
Ένα αναγκαίον υστέρημα εις όλους περιττόν (κι η ευαισθησία σε τέτοιες στιγμές τί χρησιμεύει;)
Όπως λ.χ. ο Γιώργος Τάδε φίλος λυρικός ποιητής ποζάρει επιμελώς και πείσμων στα πάνω ράφια των επαρχιακών βιβλιοπωλείων
Όπως στο θερινό κινηματογράφο που δεν πειράζεται από τη νόηση των φιλησύχων ημερομισθίων της συνοικίας.
Είμαστε συνεπώς πολύ ικανοποιημένοι πιστεύοντας —οψίμως— ασυζητητί σε σοφότατα προγονικά αποφθέγματα.
Να πούμε το «οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ» ή «μηδὲν ἄγαν» και τα παρόμοια
Ενδεδυμένοι ευπρεπώς με καινουργή υποδήματα και γραβάτες ημίμαυρες παρελθούσης νεότητος
Διηγούμαστε, εν κύκλω στενώ, πως τη ζωή μας τυράννησε ένας άγονος έρωτας —πριν τόσα ή τόσα χρόνια— μια απασχόληση κι αυτό, να μην τον έχεις ακόμα ξεχάσει
Σε μια δεδομένη ηλικία δεν αρνιούμαστε πως γράψαμε και στίχους — ω νεότης, μ’ ένα χαμόγελο συγκαταβατικό
Ή διαβάσαμε την «Άννα Καρενίνα» σε μετάφραση αγνώστου κι άλλες μηδαμινότατες κοινοτοπίες.
Επιτέλους έναν χώρον απλούστατον, έστω 1 x 2, δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία
Άνθρωποι χωρίς καμιά ιδιαίτερη ιδεολογία, όχι αισθαντικότητα, όχι απογοητευμένοι, άνθρωποι απλώς.
(Μανόλης Αναγνωστάκης, Άνθρωποι)