Διάλογος ερωτευμένων
– Μόνο για να γλιτώσεις από τη μοναξιά σου είσαι μαζί μου!
– Μα τί λες;! Εγώ είμαι ο παράξενος; Όλοι αυτό δεν κάνουμε;
– Όχι! Όχι βέβαια!
– Και τότε γιατί;
– Από αγάπη! Αποκτηνώθηκες τελείως;
– Σάμπως η αγάπη δεν είναι κρησφύγετο από τη μοναξιά;
– Η αγάπη είναι φως! Δεν αφήνει σκιές και τρύπα να κρυφτείς.
– Αυτό είναι η μισή αλήθεια! Η αγάπη είναι άλλο τόσο το αντίθετο της μαύρης μοναξιάς. Γι’ αυτό την αποζητούμε. Για να διώξουμε τα σκοτάδια μας.
Την αποζητώ γιατί το φως είναι το φυσικό μου περιβάλλον. Θέλω να λούζομαι μέσα του. Χωρίς αυτό δεν μπορώ. Δεν την αποζητώ επειδή με τρομάζει το αντίθετό της. Την αποζητώ γιατί δεν ξέρω τίποτε άλλο.
– Αν δεν είχες το αντίθετό της μέσα σου, δεν θα καταλάβαινες τί εστί φως. Οπότε δεν γλιτώνεις πίσω από τα όμορφα λόγια σου. Το σκοτάδι πρέπει να το διαβείς, σ’ αρέσει δε σ’ αρέσει.
– Αλήθεια, δεν με καταλαβαίνεις. Εγώ δεν γνώρισα σκοτάδι. Δεν το ξέρω. Το σκοτάδι το κάνουν μόνο τα μάτια και το μυαλό μας. Η καρδιά μας όμως ξέρει μόνο από φως. Άκουσε τη, δώρο είναι.
– Χα! Ωραία μου τα λες, αλλά λίγο παρανοημένα. Η καρδιά κουβαλάει το σκοτάδι. Αυτό έχουμε μέσα μας. Εκεί περιδιαβαίνουμε στη μοναξιά μας. Έχουμε το μυαλό για να φτιάχνουμε το φως έξω από μας. Για να ξεφύγουμε από το μέσα σκοτάδι.
– Ανήκουστος βαρβαρισμός! Να λες τους ανθρώπους σκοτάδια, και την αγάπη ανθρώπινη κατασκευή. Με τρομάζει το θράσος της σκέψης σου.
– Με αδικείς. Μη νομίζεις πως στα λέω με χαρά και καμάρι αυτά. Με βαθύ πόνο στα λέω γιατί θα ‘θελα να ‘ταν αλλιώς. Να ‘ταν όπως τόσο όμορφα μου τα λες. Αλλά δεν είναι, και ούτε θα μπορούσαν να είναι έτσι τα πράγματα.
– Αυτό το λες εσύ. Και μόνο εμπόδιο στη σκέψη σου, αυτό που σε φοβίζει πραγματικά, είναι πως η αγάπη, όπως στην λέω εγώ, είναι ελευθερία. Είναι άφεση – αμαρτιών και προκαταλήψεων. Δίνεσαι κι αφήνεσαι σ’ αυτή, όπως το φύλλο πάνω στον ποταμό. Εκείνος ξέρει πού θα σε πάει. Εσύ θες να ξεφύγεις και νομίζεις πως με το μυαλό σου θα ορίσεις τη ροή και την κατεύθυνση. Να δεις που στο τέλος θα μας πεις πως κι ο ποταμός είναι δικό σου δημιούργημα. Αμ δε! Δες αυτό που είσαι• ένα φοβισμένο φύλλο που κατατσακίζεσαι προσπαθώντας να ελέγξεις τη ροή του ποταμού – ενώ αρκεί απλώς να αφεθείς.
– Θα σου απαντήσω κι εγώ με τη σειρά μου με μία παρομοίωση. Ή μάλλον καλύτερα, θα σου αναπλάσω τη δική σου, μήπως μπορέσω να στο δώσω να το νιώσεις καλύτερα. Ακριβώς επειδή ξέρω πως έχω μέσα μου σκοτάδι, θάνατο κι ακινησία, λαχταρώ να με παρασύρει ο ποταμός στην κίνησή του. Αν δεν είχα την ακινησία ήδη μέσα μου, η ροή του ποταμού δεν θα με μετακινούσε καθόλου. Αν δεν νιώσω πρώτα μέσα μου τη φυλακή, ελευθερία δεν θα ζητήσω.
– Περιπλέκεις πολύ τα πράγματα και πας ένα βήμα παρακάτω. Τόσο παρακάτω, και δεν μπορώ να πω με σιγουριά τί σου δημιουργεί αυτήν την ανάγκη. Βιάζεσαι.
– Ποιο είναι το βήμα λοιπόν;
– Η αναζήτηση.
– Δηλαδή;
– Προϋποθέτεις πως πρέπει να υπάρξει αναζήτηση. Πως ξεκινάμε από το μηδέν, και προχωράμε. Εγώ σου λέω πως δεν προϋποτίθεται τίποτα. Τίποτα δεν πρέπει να αναζητήσεις γιατί το έχεις ήδη μέσα σου. Ξεκινάμε στη ροή, προχωράμε στη ροή. Υπήρξε πριν από εμάς και θα υπάρχει μετά από εμάς. Αυτό είναι η αγάπη – το πριν, το τώρα, και το μετά. Όλα τα περικλείει. Δεν είναι ο χαμένος Παράδεισος που αγωνιούμε να επιστρέψουμε. Είμαστε ήδη στον Παράδεισο – δεν φύγαμε ποτέ. Απόλαυσέ τον!
– Τέτοιον ενθουσιασμό δεν ξανάδα σε μάτια ανθρώπου! Πόσο σε χαίρομαι. Κι ας συνεχίζω να διαφωνώ μαζί σου.
– Αλλοίμονο. Αυτό το πείσμα σου…
– Δεν μπορώ να μην αναγνωρίζω τον αγώνα που είναι η βάση της αγάπης – και της ζωής ολόκληρης. Μια μάχη είναι, και μια πάλη με τον εαυτό μας να τη φτάσουμε. Δεν μπορώ να δεχτώ πως αγώνας δεν υπάρχει, πως όλα απλώς… είναι. Τίποτα δεν είναι, όλα κερδίζονται. Όχι από πείσμα… Αλλά σίγουρα με πείσμα. Πώς αλλιώς;
– Σαν τον Δον Κιχώτη… να κυνηγάς τέρατα… εκεί που δεν υπάρχουν. Χαρά στο κουράγιο σου, μα χαμένο πάει. Ένα φάντασμα είναι ο πόνος σου. Δικό σου μάλιστα, του κεφαλιού σου. Μόνο αυτό σε κρατάει από την αγάπη σου.
– Τίποτα στη ζωή δεν δίνεται άκοπα. Ακόμα κι αυτά που δεν μοχθήσαμε να τα αποκτίσουμε, και γι’ αυτά ακόμα υπάρχει τίμημα. Αργά ή γρήγορα όλα πληρώνονται. Ζωή χωρίς θυσία δεν υπάρχει, άρα ούτε κι αγάπη υπάρχει αναίμακτη. Δεν λυπάμαι, δεν θυμώνω, σφίγγω τα δόντια και προχωράω.
– Πόσο κυνική ματιά έχεις. Τόση ώρα μιλάμε για αγάπη και οι λέξεις σου είναι όλες σκληρές. Δεν βρήκες χώρο για καμία λέξη απαλή, ένα χάδι. Δε μου λες… έτσι που μου τα λες, την απολαμβάνεις την αγάπη σου;
– Με το παραπάνω! Είναι διπλή η χαρά όταν έρχεται η υπέρβαση. Μία που αγωνίστηκες και μία που τα κατάφερες. Άφραστη απόλαυση είναι… Η Ιθάκη μου!
– Μάλιστα…
– Το ίδιο θα σε ρώταγα κι εσένα. Αν δεν ξέρεις τίποτα άλλο εκτός από την αγάπη… αν δεν γνωρίζεις κόπο, πόνο κι αγώνα, τότε πώς μπορείς να το απολαμβάνεις αυτό που έχεις;
– Αλήθεια χρειάζεται εξήγηση;
– Βέβαια και χρειάζεται, γιατί δεν το χωράει ο νους μου.
– Καλά λοιπόν, θα σου πω. Υπάρχει ανεκδιήγητη απόλαυση μέσα στη φυσικότητα. Η αγάπη είναι για μένα ταυτόχρονα ανάγκη αλλά και φυσική κατάσταση. Δεν χρειάζομαι αγώνα να τη φτάσω γιατί είμαι ήδη εκεί. Και απολαμβάνω την κάθε στιγμή, όσο απολαμβάνει ένα ψάρι να είναι μέσα στο νερό, κι ένας άνθρωπος τον αέρα που αναπνέει. Δεν χρειάζεται να παλέψω, μόνο ν’ αφεθώ στην ουσία μου και… να είμαι αυτό που είμαι. Ξεκούραστα, δίχως αγωνία, χωρίς κόπο. Απλά.
– Να είσαι αυτό που είσαι; Ταυτολογείς. Κανείς δεν μπορεί απλώς να είναι. Λυπάμαι αν σου σπάω τη φούσκα, αλλά δεν γεννιόμαστε τέλειοι. Κυνηγάμε την τελειότητα με όλο μας το είναι, μήπως καταφέρουμε να γίνουμε αυτό που είμαστε – λανθάνοντες που παλεύουν να γίνουν σωστοί. Αλλοίμονο.
– Tόση αυστηρότητα με τον εαυτό σου. Γι’ αυτό βασανίζεσαι και νιώθεις πόνο. Γιατί καταδικάζεις ευθύς εξαρχής τον εαυτό σου στη λάθος πλευρά – αυτό είναι το μεγαλύτερό σου λάθος. Δεν είσαι λάθος ούτε λανθασμένος – είσαι αυτό που είσαι, κι αυτό είναι παραπάνω από αρκετό. Κανένας πόνος, κανένας κόπος.
– Μακάρι, όλα τα μακάρι. Μα δεν είν’ έτσι. Αυτ’ όμως αγαπώ σ’ εσένα. Την πίστη σου στην ομορφιά. Αυτό μου αρκεί για να σ’ αγαπώ.
– Παρ’ όλες τις κουβέντες που ανταλλάξαμε, αυτό αγαπώ κι εγώ σ’ εσένα: παρά την εμμονή σου με το λάθος, δέχεσαι κι αποδέχεσαι τον άλλον – όπως αυτός είναι. Κι αυτό για μένα είναι αγάπη. Κι ας μην ταιριάζει στον δίκο σου ορισμό.
– Ας είναι. Πέρα από ορισμούς, σε νιώθω τώρα πιο κοντά μου. Αυτό κι αν είναι το θαύμα της αγάπης.
– Αγάπη, αγάπη, αγάπη. Απ’ αλλού ξεκινήσαμε, άλλους δρόμους πήραμε, στο ίδιο συμπέρασμα καταλήξαμε.
– Πώς αλλιώς; Από και με αγάπη.
– Για την αγάπη!
Εικόνα άρθρου: Photo by Mario Wallner