Ομορφιά
Εύ – μορφος. Αυτός που έχει μορφή. Θ’ αποφυγούμε – έστω για την ώρα – την ηθική διάσταση της λέξεως, για να επιγκεντρωθούμε στη σημαντική.
Κάτι που είναι όμορφο, έχει μία ευ – μορφή. Είναι έ-μορφο, ή, απλοποιημένα, όμορφο. Έχει δηλαδή μορφή. Στον αντίποδα, έχουμε κάτι το άσχημο: κάτι που δεν έχει σχήμα.
Οι δυο αυτές λέξεις, καθημερινές και τετριμμένες στη χρήση τους, έχουν απύθμενα βάθη.
Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται κανείς είναι πως κατά τη γέννεσή τους οι δύο αυτές λέξεις – θα πρέπει να – συσχετίστηκαν με την ανθρώπινη εμπειρία. Ήτοι, κάτι που δεν έχει σχήμα, είναι αδύνατο να συλληφθεί από τον άνθρωπο, νοητικά ή αισθητικά, άρα κι ανόητο. Συγχρόνως δε, υπάρχει ο υπαινιγμός – με τον οποίο αναμφίβολα συμφωνούν ορισμένες θρησκείες – πως κάθε τι που δύναται να συλληφθεί από τη νόηση ή την αίσθηση – κάθε τι που υπάρχει για εμάς – είναι όμορφο. Έτσι, ο κόσμος όλος είναι η πραγματοποίηση της ομορφιάς – ως μορφή αντιληπτή.
Αυτή η προσέγγιση, εξηγεί και τον ορισμό του κόσμου ως “κόσμου”, δηλαδή ως κόσμημα.
Η απλή αυτή ερμηνεία της λέξης ομορφιά, καθώς και της αντωνυμίας της, μπορεί να μας δώσει μία κάποια κατεύθυνση σχετικά με την ετυμολογία και την γέννεση των λέξεων αυτών, μα, όπως και στα περισσότερα πράγματα γύρω μας, είναι αδύνατο να μην αναφερθούμε και στην ηθική που κουβαλάνε και που τα στιγματίζει. Μιας και η έκφραση “αντικειμενικά όμορφο” είναι απλώς ανόητη, θα πρέπει εκ των πραγμάτων να ρίξουμε και μία ματιά στην ηθική / αισθητική που σέρνει πίσω της η ομορφιά.
Ήδη από τον Πλάτωνα έχουμε μία συσχέτιση, στον βαθμό της ταύτισης, της Ομορφιάς με το ορατό. Διαβάζουμε στο Φαίδρο:
Σχετικά τώρα με την ομορφιά, όπως ακριβώς μιλήσαμε, έλαμπε μαζί με τα όντα εκείνα, και, όταν κατεβήκαμε εδώ στη γη, συλλάβαμε την έννοιά της, με την καθαρότερη αίσθηση που διαθέτουμε, ν’ αστράφτει κυριολεκτικά. Γιατί η όραση προηγείται ως η οξύτερη για μας από τις αισθητήριες λειτουργίες του σώματός μας, με την οποία όμως η φρόνηση δεν γίνεται αντιληπτή. […] Τώρα όμως μόνο η ομορφιά έχει τέτοιο προνόμιο, ώστε να είναι οφθαλμοφανής και περισσότερο ποθητή απ’ οτιδήποτε άλλο.
Πλάτων, Φαίδρος, 250b
Η ομορφιά δηλαδή συσχετίζεται με την όραση, καθώς, όπως μας λέει ο Πλάτων, είναι μία ορατή έννοια. Μία έννοια που συλλαμβάνεται με την αίσθηση της όρασης. Εξ όσων, λίγων και μετρημένων, γνωρίζω, ο Πλάτων δεν κάνει άλλη τέτοια παραχώρηση στις αισθήσεις – ο κόσμος των Ιδεών είναι σφραγισμένος για το σώμα. Μόνο η ομορφιά ξέφυγε κι αφέθηκε να γίνεται αντιληπτή από τις αισθήσεις. Ας θυμηθούμε εδώ και το μύθο με την γυμνή θεά Αθηνά και το μάντη Τειρεσία.
Είναι όμως η ομορφιά ζήτημα αντίληψης; Συνοπτικά και μονολεκτικά: ναι. Η λυδία λίθος της παρατήρησης αυτής όμως είναι πως η αντίληψη, ως άποψη και κοίταγμα, δεν είναι κάτι παθητικό. Μιας και δε γνωρίζω καλύτερο τρόπο να το εκφράσω, θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Νίτσε:
Είναι ζήτημα ισχύος (ενός ατόμου ή ενός λαού) το αν και το πού εφαρμόζεται η κρίση “ωραίο”. Το συναίσθημα της πληρότητας, της φραγμένης δύναμης (που επιτρέπει σε κάποιον να αντιμετωπίσει με θάρρος και καλή διάθεση πολλά από εκείνα μπροστά στα οποία τρέμουν οι ασθενικοί) – το συναίσθημα της δύναμης εφαρμόζει την κρίση “ωραίο” ακόμη και σε πράγματα και καταστάσεις που το ένστικτο της ανημποριάς μπορεί να τις βρει μόνο μισητές και “άσχημες”. Η μυρωδιά που μας κάνει να καταλάβουμε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε αν βρισκόμασταν αντιμέτωποι με κάτι που θα μας άγγιζε βαθιά – έναν κίνδυνο, ένα πρόβλημα, έναν πειρασμό – αυτή η μυρωδιά καθορίζει και το αισθητικό μας Ναι. (“Αυτό είναι ωραίο” είναι μια κατάφαση.)
Φρειδερίκος Νίτσε, Θέληση για Δύναμη, 852
(Για να προλάβω εδώ τους πιο προσεχτικούς στα θέματα λεξικολογίας και σημασιολογίας: ναι, οι λέξεις “ομορφιά” και “ωραίο” δεν είναι ταυτόσημες. Αλλά η μετάφραση του “schön”, όπως είναι στο γερμανικό πρωτότυπο, είναι πιο κοντά στη λέξη “ωραίο”, οπότε εν προκειμένω αναγκάζομαι να το αποδεχτώ.)
Μετά το Νίτσε βρίσκουμε και πάλι τον Πλάτωνα. Η ομορφιά είναι ζήτημα αισθητικής ισχύος – και κατάφασης του κόσμου ως εύ-μορφου κόσμου. Μια αποδοχή του κόσμου ως φαινομένου μορφοποιημένο από τις αισθητικές ικανότητες του ανθρώπου – κι όπως φωνάζει ο Νίτσε, όχι από φόβο, μα από πάθος και δύναμη. Όπως γράφει και πάλι ο Πλάτων, ο άνθρωπος “που είναι διεφθαρμένος, δεν ανυψώνεται αμέσως εκεί, προς την ίδια την ομορφιά, όταν βλέπει εδώ στη γη το είδωλο της ομορφιάς που έχει το ίδιο όνομα με την ουσία της ομορφιάς”. Υπάρχει η παραπλάνηση, ο ευτελισμός, η υποκρισία, η απανθρωπιά. Η προσωπική μας ανασφάλεια, οι ενοχές, και η δειλία. Η εγωπάθεια και η απελπισία. Γι’ αυτό και η ομορφιά δεν είναι κάτι πασιφανές, αλλά κάτι κρύφιο. Προσβάσιμο σε όποιον το ζητά όχι για το εδώ και τώρα, αλλά για το παντού και πάντα. Όχι για δικό του, αλλά για μετοχή και χάρισμα. Χαλάλι.
Και, για να προλάβω πάλι: όχι. Η ομορφιά δεν είναι ζήτημα γούστου. Για να τη βιώσεις οφείλεις εσύ ο ίδιος να ευ-μορφοποιηθείς, να χτυπηθείς στ’ αμόνι της μόρφωσης από το σφυρί της άγνοιας. Όσο μπορείς, που λέει ο Ποιητής. Όλα τ’ άλλα είναι αερολογίες.