Πραγματικότητα
Πόση πραγματικότητα αντέχουμε;
Μια ερώτηση η απάντηση της οποίας με τρομάζει και συγχρόνως με ενθουσιάζει.
Το τρομακτικό της απάντησης έχει πολλά παραδείγματα, γεγονότα και καταστάσεις για να συνηγορήσουν υπέρ του τρόμου – και της απορίας. Για παράδειγμα, η άνοδος του φασισμού με την ανοχή όλων είτε σε παλαιότερες εποχές είτε σε όχι τόσο παλιές εποχές είτε βέβαια και σήμερα είναι μια τρομακτική πρώτη απάντηση στο ερώτημα. Η κατάρρευση της θεμελιώδους αίσθησης αλληλεγγύης και ανθρωπιάς που βλέπουμε τριγύρω στην καθημερινότητά μας δίνουν μια περαιτέρω τρομακτική απόκριση. Η απουσία απλής λογικής στην κριτική αντίληψη των συγκαιρινών μας. Η ανικανότητα διαμόρφωσης εξατομικευμένης άποψης για τα πράγματα. Σταματώ εδώ, για να μην μακρύνει τρομακτικά η λίστα. Αυτό που θέλω να δείξω είναι πως έχουμε τρομερές αντοχές απέναντι σε απεχθείς και άσχημες πραγματικότητες, οι οποίες με την συνενοχή της πλειονότητας γίνονται κανονικότητες.
Για να το εξετάσουμε λίγο πιο βαθιά, παρατηρούμε πως συχνά διαβλέπουμε ή φανταζόμαστε καταστάσεις οι οποίες μας μοιάζουν τρομακτικές. Θέματα υγείας, προσωπικών σχέσεων, εργασίας, οικονομικές δυσκολίες, ακόμα φυσικές καταστροφές ή πόλεμοι. Από μια χρονική απόσταση ασφαλείας αυτές οι ενδεχόμενες και διόλου απίθανες πραγματικότητες όχι μόνο μας τρομάζουν, μα, ενδεχομένως και από αυταπάτη, μας μοιάζουν συγχρόνως ικανοποιητικά μακριά μας ώστε να συνεχίσουμε να νιώθουμε την ασφάλεια της κείμενης κανονικότητας που βιώνουμε εκείνη τη στιγμή. Επιπλέον, αφήνοντας στην άκρη την ευθύνη μας, την οποία βολικά αφαιρούμε από την εξίσωση υπολογισμού της πιθανότητας έλευσης της δυσάρεστης ή τρομακτικής πραγματικότητας, μας φαίνονται αδιανόητες και αδύνατες να διαχειριστούν. Έλα όμως που τα πράγματα έρχονται έτσι τελικά που η τρομακτική κατάσταση πραγματώνεται. Και αυτό που μας έμοιαζε αδιανόητο είναι η νέα μας πραγματικότητα.
Κοιτώντας ψυχρά τα πράγματα, και αγνοώντας το πόσο δυσάρεστες και δύσκολες είναι αυτές οι πραγματικότητες που προαναφέραμε, θέλω να δώσω έμφαση στο γεγονός πως εν τέλει τις ζούμε και κουτσά στραβά τα βγάζουμε πέρα και μέσα σ’ αυτές. Όπερ έδει δείξε, υπάρχουμε ακόμα ως είδος μετά από χιλιάδες πλέον χρόνια – και δεν θα μας χάλαγε να υπάρχουμε για αρκετές χιλιάδες χρόνια ακόμα, παρά τους αναρίθμητους πολέμους, τις καταστροφές, τους λιμούς, τις πανδημίες και το κάπως ανώριμο παιχνίδισμα με την πυρηνική ενέργεια. Μέσα και μετά απ’ όλ’ αυτά, είμαστε σήμερα εδώ. Κοιτώντας λοιπόν ιστορικά και μακροσκοπικά την ιστορία της Ανθρωπότητας μπορούμε με ασφάλεια να πούμε πως αντέχουμε πολύ πραγματικότητα, και μάλιστα πολύ σκληρή, απαίσια, απάνθρωπη πραγματικότητα, και κάθε τρομακτική της έκφανση που μπορούμε (ως τώρα – υπάρχει πάντα χώρος για εκπλήξεις) να φανταστούμε. Είμαστε ένα αρκετά σκληρό είδος ζώου – και ατομικά και ως συνονθύλευμα. Όλες αυτές οι αντοχές μου υπενθυμίζουν ακριβώς πόσο ζώα είμαστε καταβάθος.
Τί το ενθουσιαστικό έχει όμως η ίδια αυτή απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα;
Το εξής απλό: εφόσον έχουμε τόσες μεγάλες αντοχές στα δύσκολα, σημαίνει πως έχουμε το ίδιο μεγάλες αντοχές και για τα όμορφα – που αυτά κι αν είναι δύσκολα. Η δημιουργία και η εξέλιξη απαιτούν μεγάλες αντοχές για καταστροφή, δηλαδή το συμπληρωματικό τους. Όπως κάθε γέννα απαιτεί την αντοχή της κύησης, έτσι και η δημιουργία απαιτεί το πλήρωμα του κόστους της. Όντας λοιπόν ζώα που αντέχουν, γιατί να μην γίνουμε άνθρωποι που δημιουργούν; Έχοντας τόσο μεγάλες αντοχές απέναντι στην καταστροφή και το κακό, γιατί δεν συνειδητοποιούμε πόση ομορφιά μπορούμε ν’ αντέξουμε; Σίγουρα μας φοβίζουν τα όμορφα γιατί ξέρουμε πως είναι δύσκολα. Μ’ αφού αντέχουμε τα άσχημα, έχουμε προπονηθεί για χιλιάδες χρόνια τώρα, γιατί να μην χρησιμοποιήσουμε αυτή μας την αντοχή και το σθένος για να κουβαλήσουμε στις πλάτες μας την ομορφιά του κόσμου; Η πραγματικότητα είναι ό,τι την κάνεις – κατά τις αντοχές μας. Ξέρουμε σίγουρα πως αντέχουμε τα άσχημα. Άρα αντέχουμε και τα όμορφα. Ας τα αποζητήσουμε – και είμαι σίγουρος πως θα τ’ αντέξουμε. Αν όχι, χαλάλι. Δεν είναι και λίγο να χάνεσαι από την ομορφιά.
Ο βαθμός της αλήθειας που αντέχει ένα μυαλό, η δόση της αλήθειας που ένα μυαλό δύναται να τολμήσει μου χρησίμευσαν ολοένα και περισσότερο στο να δώσω το αληθινό μέτρο της αξίας. Η πλάνη (δηλαδή η πίστη στο ιδανικό) δεν είναι τύφλωση• η πλάνη είναι ανανδρία… Κάθε κατάκτηση, κάθε βήμα προς τα εμπρός στη χώρα της γνώσης έχει την καταγωγή του από το θάρρος, από την σκληρότητα προς τον εαυτό μας, από την καθαρότητα απέναντι του εαυτού μας. Δεν αποδιώχνω ένα ιδανικό, αρκούμαι να φορέσω γάντια μπρος σ’ αυτό… Nitimur in vetitum [λαχταρούμε το απαγορευμένο], με αυτό το σημάδι η φιλοσοφία θάναι μια μέρα νικήτρια, γιατί ως τα τώρα απαγορεύσανε κατ’ αρχήν μόνο την αλήθεια.
Φ. Νίτσε, Ecce Homo, Πρόλογος, 3.
*Εικόνα άρθρου: ‘The Flower Carrier’, a painting by Diego Rivera. Courtesy of diegorivera.org