Ρυθμός
Remy’s Ascension – Esao Andrews
Όπως συζητήσαμε και σε προηγούμενη ευκαιρία, ο ρυθμός υπάρχει ως μία ιδιόμορφη αλληλουχία: είναι μία αλυσίδα από νότες και παύσεις.
Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου, θα διευρύνουμε λίγο τον ορισμό, για να μην περιοριστούμε στη μουσική, ως Τέχνη, αλλά θα εννοήσουμε τις ‘νότες’ (και) ως γεγονότα – για να μπορέσουμε έτσι να μιλήσουμε για την μουσική του Κόσμου.
Οπωσδήποτε, τα γεγονότα της ζωής ομοιάζουν με τις νότες. Κι αυτά όπως οι νότες της μουσικής, κουβαλούν αισθήματα και σκέψεις. Επομένως η διεύρυνση του ορισμού δεν είναι αυθαίρετη.
Ο ρυθμός υπάρχει μέσα και χάριν στο χρόνο, και είναι αδιανόητο να νοήσουμε τον Κόσμο χωρίς Ρυθμό. Ήδη από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους αυτό έχει καταστεί σαφές: Ο Αναξίμανδρος το είπε «κατά την του χρόνου τάξη», ο Εμπεδοκλής μίλησε για τη διαρκή, έρρυθμη διαδοχή της Φιλότητας και του Μίσους, ο Ηράκλειτος όρισε τον Κόσμο ως Αλλαγή. Ο Κόσμος υπάρχει εν τω χρόνω, υπόκειται σ’ ένα ρυθμό.
Είναι ένας ο ρυθμός; Ναι και όχι. Δακρυόεν γελάν το είπε ο Όμηρος. Ο Ηράκλειτος το είπε ποταμός. Τέτοιος που μένει ίδιος αλλάζοντας. Η ταυτότητά του προκύπτει από την αλλαγή του. Κι επιπλέον, φαίνεται πως η χρήση του ποταμού στον ηρακλείτιο αφορισμό δεν είναι τυχαία. Γιατί ο ποταμός κυλά προς μία κατεύθυνση. Τα νερά υπακούν σε μία πορεία, δεν πάνε ανάποδα. Η Μνημοσύνη και η Λήθη κυλούν και πάνε. Προς που; Τί σε μέλει; Σκάσε και κολύμπα.
Το παράδοξο λοιπόν του ρυθμού είναι πως ενώ ως φαινόμενο αλλάζει, η ουσία του δεν αλλάζει. Διέπεται από την κίνηση και την αλλαγή.
Όταν δεν αντιλαμβανόμαστε τον ρυθμό του κόσμου, ή δεν ζούμε ή τον ζούμε.
Ο νεκρός, βιολογικά ή υπαρκτικά, άνθρωπος δεν έχει πια ρυθμό.
Στην καθημερινότητά μας έχουμε μία υποψία για το ρυθμό που μας παρασέρνει αέναα από τις παύσεις και τις τοπικές αλλαγές του. Ένας άνθρωπος που δουλεύει αδιάκοπα αντιλαμβάνεται την κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκεται μόνον όταν βγει απ’ αυτήν, όταν αλλάξει κατάσταση, όταν διακοπεί η δουλειά του. Παρομοίως, καταλαβαίνουμε το πέρασμα του χρόνου μέσα από τις αλλαγές στο χώρο, καθώς και με την ενθύμηση παλαιότερων, περασμένων στιγμών του παρελθόντος (δηλ. παύση του τώρα, παύση του χρόνου).
Ο άνθρωπος που αφήνεται στο ρυθμό του κόσμου, δοσμένος, μοιάζει να κυλάει, άχρονα κι ακοπίαστως, ομοιάζοντας τους νεκρούς. Μα είναι ζωντανός. Γιατί ζει με ρυθμό – με την του κόσμου τάξη.
Η έρρυθμη ζωή χαρακτηρίζεται από ένα και μόνο στοιχείο, και άλλο κανένα. Τη συνέπεια.
Ο συνεπής μουσικός συνδυάζει την τεχνική αρτιότητα με την φαντασιακή απόδοση της μελωδίας του, έρρυθμα. Αφιερώνεται σ’ ένα ρυθμό που του χαρίζει τη δυνατότητα να εκφραστεί. Χωρίς αυτόν τον ρυθμό δε θα μπορούσε να κάνει μουσική.
(Θα μπορούσε κανείς να πει: μα καλά, δεν μπορεί ν’ αλλάξει ρυθμό; Βέβαια και μπορεί, να τον αλλάξει με άλλο ρυθμό [αλλαγή του φαινομένου] – εκτός αν αρέσκεται στη φασαρία.)
Η συνέπεια του μουσικού δηλώνει την αρμονία. Αυτό που ο Σολωμός είπε «λόγο, έργο, νόημα.» Ερμηνεία, πράξη (αλεξικεύρανο τη λέει ο Μανόλης με όμικρον), νοηματοδότηση του κόσμου. Έρρυθμα κι ανθρώπινα. Με συνέπεια και σέβας απέναντι στο ρυθμό του κόσμου, την Ανάγκα – που την ακούαν και οι θεοί. Εσύ την ακούς άνθρωπέ μου;
Γιατί υπάρχει και η άρρυθμη ζωή. Αλλοίμονο κι αν δεν υπήρχε η ζωή έρμαιο. Διακρίνεται εύκολα από την διαρκή της αντίδραση και δυσφορία. Έρμαιο, αδύναμη ν’ αντιστέκεται, αντιδρά σπασμωδικά. Δυσφορώντας με το βάρος της ύπαρξης. Angst το είπε ο Kierkegaard. Εξαντλημένη από τις ονειρώξεις, φοβισμένη από το βάρος της ευθύνης, αρέσκεται να υπάρχει ως άρνηση.
Δε με νοιάζει τί δε θες. Τί θες, είναι που με καίει. Είσαι όχι νεκρός, ή ζεις;
Ζούμε σε μια άρρυθμη εποχή. Ζούμε αρνούμενοι να πεθάνουμε. Όλοι δε θέλουν να πεθάνουν. Πόσοι θέλουν να ζήσουν;
Γιατί έτσι; Γιατί ο κόσμος δεν έχει πια νόημα. Άρα ούτε και ρυθμό. Κι όταν λέω νόημα, μιλώ για οικουμενικό νόημα, όχι για εγωπάθειες. Η αποσπασματική, εξατομικευμένη νοηματοδότηση της ζωής δε δύναται να συνδεθεί με το ρυθμό του κόσμου. Το απομονωμένο – εκτός του ότι είναι ανόητο – δεν χωρά στο όλο. Στον ποταμό του Ηράκλειτου δε θα σε σώσει το νησάκι σου. Θα στο φάει το ρεύμα του νερού. Κι από δω παν κι άλλοι. Είναι χρεία κι ανάγκη να φτιάξεις, ή να βρεις, μία σχεδία για να πλεύσεις πάνω του. Βλέπε επίσης και το παραπάνω «σκάσε και κολύμπα».
Μα, θα μου πείς: πως δεν έχει νόημα η ζωή μας; Αφού έχει για εμένα.
Αυτό το για εμένα είναι η Συμπληγάδες που απειλούν να τσακίσουν το καράβι μας. Η εξατομικευμένη νοηματοδότηση, κομμένη και ραμμένη για τον εαυτό μας, άντε, και για τους ομοίους μας, το λεγόμενο ‘κοινό’ μας, είναι κατ’ ανάγκη τοπική και μυωπική. Κάτι το κλειστό και νεκρό, χωρίς δυναμική κι αλληλεγγύη. Άλλωστε η μυωπία συγγενεύει ετυμολογικά με τον μύστη. Αμφότερα εκ του μύω = είμαι κλειστός. Ο μύωψ, ο με περιορισμένη όραση/όψη – ο μύστης, ο εν κλειστώ κύκλο άνθρωπος, μυστικός και μυστικιστής.
Μέσα σε μία πληθώρα μυωπικών ερμηνειών, χίλιοι και δύο διαφορετικοί άνεμοι χτυπούν το καράβι μας και δε δύναται να προχωρήσει. Όταν το χτυπούν άνεμοι από κάθε κατεύθυνση, αυτό δεν έχει καμιά. Παραδέρνει. Η μόνιμη κατάσταση αντίδρασης στην οποία βρίσκεται το καθιστούν εφήμερο – δεν μπορεί ν’ αντισταθεί μέσα στο χρόνο.
Τί μας μένει λοιπόν να κάνουμε; Να στεκόμαστε έρμαιο χιλίων ανέμων ώσπου να τσακίσει το καράβι μας. Με τα ‘καραβοτσακίσματα’ του Μάρκου να μας κοροϊδεύουν.
Ή να (υπ)ακούσουμε το ρυθμό του κόσμου: συνεπείς προς το χρόνο, τον τόπο, την κίνηση των πραγμάτων – και προς τον εαυτό μας. Με μεράκι να στεκόμαστε στο ύψος του ρόλου μας στο καράβι του κόσμου. Γεμάτη χαρμολύπη γι’ αυτό μας το ταξίδι. Υπάρχουν οι φάροι, τα λιμάνια, όπως είπαμε αλλού. Μα πάνω απ’ όλα υπάρχει το ταξίδι. Κι αυτό απαιτεί τάξη και ρυθμό. Εκφράζοντας τη μοναδικότητά μας μέσα από την συν-κίνηση με όλο το καράβι. Όλοι είναι απαραίτητοι. Οι μοναδικότητες της ολότητας. Το φαινόμενο και η ουσία του ρυθμού που είπαμε παραπάνω. Αν καθείς βαρά το κουπί του όπως του τη βαράει κάθε στιγμή, δεν κάνουμε τίποτα. Μόνον αν πιάσουν ρυθμό τα κουπιά μας θα κινήσουμε.
Προς πού; Προς την άκρη του ορίζοντα. Προς τις θάλασσες που ποτίζει ο ποταμός της Μνημοσύνης.