Χούγια
Οι διαφορές που κάνουν τη διαφορά. Και ραγίζουν τη συνήθεια.
Η λέξη ‘χούι’, τουρκικής καταγωγής, ορίζεται ως μία ενοχλητική συνήθεια.
Πρακτικά δηλαδή, καταλαβαίνουμε, ως χρήστες της γλώσσας, πως το χούι ως ενοχλητική συνήθεια δημιουργεί κάτι το χαρακτηριστικό σ’ έναν άνθρωπο. Υποθέτω πως και στις παλιότερες εποχές τα χούγια ήταν η αφορμή για να γεννηθούν τα παρατσούκλια, μιας και λειτουργούν ως γνώρισμα.
Στην καθημερινή μας επαφή, και στην καθημερινότητά μας, συνδιάζουμε έναν άνθρωπο με μία συνήθειά του που, επειδή μας ξενίζει, μας ενοχλεί. Παρά την αρνητική χροιά της επαφής αυτής, ο άνθρωπος αυτός μας ‘μένει’ – τον θυμόμαστε• ακριβώς λόγω της ενόχλησης / εντύπωσης που μας προκάλεσε. Κι από άτομο γίνεται πρόσωπο, άρα και συνειδητός.
Στη συνέχεια, με τη συνείδηση, αρχίζει και η ηθική αξιολόγηση αυτού του προσώπου. Από την θέση και την κατάσταση ζωής που βρισκόμαστε τη στιγμή τη αξιολόγησης καταλήγουμε σε μία ηθική εκτίμηση, επιεικής ή λιγότερο επιεικής, παγιωμένη ή μεταβαλλόμενη. Βέβαια, μιας και η επαφή συνειδητοποιήθηκε πάνω στη βάση μίας ενόχλησης, η εκτίμησή μας προς το εν λόγω πρόσωπο δε μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη. Κι έτσι αυτός ο άνθρωπος αποτιμάται – συνήθως – ως ελλατωματικός: ατελής.
Κι εδώ εμφανίζεται η ραγάδα στη συνήθεια.
Η συνήθεια προσπαθεί να ομοιάσει στην τελειότητα. Όπως η τελειότητα δεν έχει ατέλιες, έτσι και η συνήθεια προσπαθεί να μην έχει ανωμαλίες. Να καταστεί τόσο συνηθισμένη που να παύσει τη συνείδηση.
Κι έρχεται το χούι να ταράξει τη συνείδηση. Να της παύσει το γλυκό της ύπνο, να γίνει έ-ξυπνη.
Στον ύπνο και τη λήθη ευδοκιμεί η συνήθεια. Ελαττώνει την τριβή σου με τον κόσμο, Ένα κύμα είναι που σε παρασέρνει. Μέχρι να σε ξεβράσει στην ακτή, άγνωστο μέσα στους αγνώστους, μόνο μέσα στους μόνους, Ν’ αναρωτιέσαι αν ούπω καιρός, ή ουκέτι καιρός.
Μα δείτε κι αυτό: όταν ένας άνθρωπος που γνωρίζουμε πεθαίνει, επανέρχεται στη μνήμη μας όχι για την καθημερινότητα που ίσως μοιραστήκαμε, αλλά για τα χούγια του, που σπάσανε τη ρωγμή του χρόνου και χαράχτηκαν στη μνήμη μας, σημάδια μιας σχεσιακής πορείας μέσα στο χρόνο. Κι αυτά είναι που μας λείπουν εν τέλει. Στο τέλος. Όταν ουκέτι καιρός.
Ν’ αγαπάμε τα χούγια στους ανθρώπους. Αυτά μας ξυπνάνε, αυτά μένουν, κι αυτά μας θυμίζουν την πορεία. Όπερ, μας κάνουν ανθρώπινους ανθρώπους.