Σιωπή
(Άλογες σημειώσεις πάνω στη Λογική του Wittgenstein.)
«Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, για αυτά πρέπει να σωπαίνει.» – L. Wittgenstein
Ο Λόγος, με μία στενότερη έννοια, αλλά, εν τέλει, και με την πλήρη του έννοια, εννοείται ως μία εκλογίκευση του Κόσμου. Η γλώσσα δεν είναι παρά το μέσο για τον ορισμό του κόσμου, ώστε να υπάρξει -μια κάποια- κατανόησή του. «Αν γενικά μπορεί να τεθεί μια ερώτηση, τότε μπορεί να λάβει και απάντηση».
Η κατοχή – και βέβαια, χρήση – του Λόγου από τον άνθρωπο (δεν μπορώ να μιλήσω για της Φύσης τα υπόλοιπα πλάσματα) μας υποδεικνύει πως μέσω αυτού δύναται κανείς να ορίσει τον Κόσμο. Να του δώσει δηλαδή μία μορφή κατανοητή κι αντιληπτή – γι’ αυτόν. Και βέβαια να την κοινωνήσει – με τους ομοίους του. Η Επιστήμη, ως επιτομή της ανθρώπινης εκλογίκευσης του Κόσμου, είναι ακριβώς το ανθρωπινότερο Μνημείο του Λόγου. Με σαφείς, παγερούς ορισμούς κι έννοιες επιβάλλει μορφή και νόημα στη ροή του Κόσμου κι επιτρέπει στον άνθρωπο να σταθεί στα πόδια του. Αυτό το αποδίδει και η γλώσσα μας σχεδόν κυριολεκτικά: βλ. Επιστήμη > επί-ίσταμαι: στέκομαι πάνω.
Από αυτή την ανθρώπινη λειτουργία (ας την πούμε έτσι), γεννώνται δίπλα μας θαύματα αιώνες τώρα. Από την Ακρόπολη και την Αγία Σοφία, το Stonehenge, τις γέφυρες, τ’ αεροπλάνα, τα τηλεσκόπια, ακόμα και την ηλεκτρονική αναπαράσταση μυριάδων pixels που προβάλλουν το κείμενο που εσείς τώρα διαβάζετε. Τα παραδείγματα αναρίθμητα, κι εξίσου αξιοθαύμαστα κι αξιό/λογα. Δίχως άλλο.
Έτσι, χονδροειδώς, θα συνοψίσουμε το Λόγο. Ως ορισμό του κόσμου που δίνει μετρήσιμο νόημα κι εξήγηση – τον καθιστά απτό, ώστε να είναι ευ-χρηστός. Και ο ορισμός, και, κατ’ επέκταση, ο κόσμος. Οπότε… για Σιωπή θα μιλούμε τώρα;
Ας γυρίσουμε στον Wittgenstein – αφού μας έφτασε σε αυτήν την απορία, θα τον αφήσουμε να μας βοηθήσει να την υπερβούμε.
«Αισθανόμαστε πως, ακόμα κι αν δοθούν απαντήσεις σε όλες τις δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις, τα προβλήματα της ζωής μας δε θα τα έχουμε καν αγγίξει. Φυσικά τότε δε μένει πια καμιά ερώτηση• και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση».
Γιατί φοβόμαστε τη Σιωπή; Γιατί πασχίζουμε με βιασμούς κι ακρωτηριασμούς να εξηγήσουμε το γιατί του Κόσμου; Πολλά τα ερωτήματα, μα μία η απάντηση: Γιατί δεν αντέχουμε ο κόσμος να μην έχει νόημα. Κι ακόμα περισσότερο, δεν αντέχουμε την ευθύνη της ιδιάζουσας, προσωπικής νοηματοδότησης του κόσμου.
Βολεύει ο Λόγος και είναι παρεξηγημένη η Σιωπή – γιατί συγχέουμε τη σιωπή με την α-χρηστία και την α-νοησία. Καταλαβαίνουμε τη Σιωπή απλώς ως έλλειψη Λόγου – άρα άνευ δυνατότητας γι’ αναζήτηση και συζήτηση. Και είναι προβλέψιμη, μέσα στην απλοϊκότητά της, αυτή η παρεξήγηση μιας και η σιωπή μοιάζει να μην έχει κάτι να μας πει. Μα.. τί δέν έχει και η Σιωπή να μας μάθει για τον Κόσμο τούτο; «Χωρίς άλλο υπάρχει αυτό που δε λέγεται με λόγια. Αυτό δείχνεται, είναι το μυστικό στοιχείο.»
Πόσους αιώνες κυνηγάμε τον ορισμό του Έρωτα; Και βλέπουμε μόνο τη σκιά του.
Πόσους ορισμούς έχουμε αραδιάσει για τη Φιλία; Και φίλους δεν κάναμε.
Πόσα πρόσωπα μας συγκίνησαν; Κι ακόμα να καταλάβουμε γιατί δακρύσαμε.
Όσο κι αν προσπάθησε ο Λόγος να εισβάλει στη Σιωπή του Κόσμου, τα λιβάδια της παραμένουν ατρύγητα.
Η Σιωπή του Κόσμου βασιλεύει εξ ορισμού σε περιοχές έξω από το Λόγο, εμπλουτίζοντας έτσι το φάσμα της δυνάμενης βαθιάς κατανόησης και βίωσης του κόσμου και (!) με εξω-λογικές καταστάσεις ύπαρξης. Στο θέμα της νοηματοδότησης του Κόσμου όπως το συζητήσαμε και παραπάνω, η γνωριμία κι εξοικείωσή μας με τη Σιωπή, δηλαδή με την απουσία κι αδυνατότητα μιας καθολικής λογικής εξήγησης των πραγμάτων – ένα απέραντο όριο του Λόγου – καθόλου δεν μας στερεί τη δυνατότητα νοηματοδότησης της ζωής μας μέσα στον Κόσμο. Κάθε άλλο. Μας δείχνει το δρόμο.
Όπως προσπάθησε να μας τον δείξει και ο Σωκράτης με το περήφανο Δεν Ξέρω του, που μας έχει ρυθμίσει τις πυξίδες μας αιώνες τώρα. Προσοχή όμως! Το νέτο σκέτο ‘δεν ξέρω’ είναι παθητική αποδοχή και μοιρολατρία. Η ληδία λίθος είναι αυτό το εν οίδα στην αρχή της φράσης αυτής, που σκαλίζει την ακμή πάνω στην οποία καλούμαστε να ισορροπήσουμε. Ξέρω πως δεν ξέρω. Άρα δύναμαι να γνωρίσω. Γι’ αυτό καλό είναι και να σιωπώ – για αυτά που δεν ξέρω. Και να μην εκ/λογικεύω αυτά που δε λέγονται• μα να τα χαίρομαι στη Σιωπή τους.
Η Σιωπή και το Δεν Ξέρω δεν είν’ άλλο από το δυικό συν-πλήρωμα του Λόγου. Αυτό είναι το πλήρωμα στο ανθρώπινο καΐκι στις θάλασσες του Κόσμου: Σιωπή και Λόγος. Κι όσο ο καπετάνιος εμπνέει την αλληλεγγύη στο πλήρωμά του, το καράβι θ’ αντέχει. Όπως ας πούμε, ο μουσικός εμπνέει την αλληλεγγύη ανάμεσα στις νότες και τις παύσεις του, για να μη γίνει θόρυβος.
«Το μυστικό στοιχείο δεν είναι πώς είναι ο κόσμος, αλλά πως είναι». Υπερβαίνοντας από τη μια την θρασεία επιβολή λογικού (ή λογικίστικου) νοήματος, κι από την άλλη τη δειλή παθητικότητα και μοιρολατρία, ανυψώνεται κανείς σε μία «χαρούμενη κατάφαση», που λέει το Μουστάκι. Και σκέφτομαι εδώ την Τέχνη – μαρτυρική μάρτυρας υπεράσπισης: η ιερότερη προσπάθεια του Κόσμου να μιλήσει με τη Σιωπή, για τη Σιωπή. Αυτά τ’ ανθρώπινα Μνημεία της Σιωπής – τα χαμόγελα που δεν προχωρούν, τα λέει ο Ποιητής.
Μα, για να ‘μαστε δίκαιοι, και η Επιστήμη θα προστρέξει, το δίχως άλλο – η ανθρώπινη, αντιδογματική Επιστήμη. Γιατί και οι άνθρωποι της Επιστήμης κατανοούν βαθιά, ακολουθώντας μία δική τους, αντίστροφη απ’ αυτήν της Τέχνης, πορεία, πως για να πας μακριά έξω στον Κόσμο και να υψώσεις ανθρώπινα, τόσο ανθρώπινα Μνημεία Λόγου, πρέπει πριν, και άλλο τόσο, να πληρώσεις το πλήρωμα της Σιωπής του Κόσμου. Αλλιώς στο πρώτο αεράκι θα βουλιάξεις.
Είπε κι επέστρεψε στη σιωπή.
*όλες οι παραθέσεις είναι από το: Tractatus Logico Philosophicus
(που γράφτηκε στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Για να περνά η ώρα, υποθέτω.)