Απογοήτευση
Διάχυτο κατά καιρούς συναίσθημα. Βαθιά προσωπικό.
Κάπου ανάμεσα στη ματαίωση και τη ματαιότητα, με μία αίσθηση προδοσίας και μία επίγευση αδυναμίας. Ωστόσο παρεξηγημένο αίσθημα.
Μου μοιάζει να επικεντρωνόμαστε πλέον στο αρνητικό, για μας, κατάλοιπο, κι όχι στην έξοχη αφετηρία της. Στην ουσιώδη αιτία που, ορισμένες φορές, φέρνει έπειτα την απογοήτευση: την γοητεία. Χωρίς να γοητευτείς, πώς μπορείς να απογοητεύτεις παρακάτω;
Η βάση της λέξης αυτής είναι τουλάχιστον δίσημη.
Αφενός συγγενεύει με την ομορφιά, με μία παραμυθιακή αίσθηση, καθώς αναφέρεται στην έλξη που μας προκαλεί ένα υποκείμενο ή ένα αντικείμενο. Κάτι σαν τράβηγμα, έλξη. Ένα αόριστο θέλγητρο. Αυτή είναι και η προφανής εξήγηση της λέξης.
Αλλά η αμφότερη λεξιλογική συγγένεια της γοητείας μπορεί να μας ανοίξει ακόμα μεγαλύτερο ορίζοντα. Η έτερη, κάπως ξεχασμένη, συγγένισσα της γοητείας είναι η ‘γητειά’. Αυτή αναφέρεται στη μαγεία, τη βασκανιά. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, η γητειά ήταν κάποιο ξόρκι, ή βότανο, ή πιο γενικά, μια μορφή ιαματικής πρακτικής που χρησιμοποιούσε ο λαός σε παλιότερες εποχές. Τότε που δεν είχαμε όλοι ένα depon στην τσέπη μας. Δηλαδή, η γητειά και, κατ’ επέκταση, η γοητεία υποδηλώνουν μία, ξανά παραμυθιακή, ίαση. Και στο μυαλό μου, η γοητεία με την γιατρειά είναι οπωσδήποτε κοντινές, αν όχι ταυτόσημες, έννοιες.
Η εξωλογική έννοια που έχει η γοητεία υποδηλώνει μία ανοιχτότητα. Είναι δηλαδή κανείς ανοιχτός στο να συνεπαρθεί – να αφήσει κατά μέρους τον εξορθολογισμό του κόσμου και να αφεθεί να πάει προς κάπου αόριστα κι αδιόρατα. Σαν το έντομο προς το φως, ή ο άνθρωπος προς το φεγγάρι. Κι αν αυτό δεν είναι υγεία, δεν ξέρω πώς αλλιώς να την ορίσω καλλίτερα (βλ. ομορφιά της γοητείας).
Ιδωμένη απ’ αυτήν την οπτική, είναι νομίζω φανερό πως η απογοήτευση, για να κάνει την εμφάνισή της στον ψυχισμό ενός ανθρώπου, υποκρύπτει μία ύπουλη παράμετρο. Για να απομαγευτεί κανείς, να πάψει να έλκεται, σημαίνει πως συντελείται μέσα του μία αλλαγή. Αυτή η αλλαγή δεν είναι άλλη από τον εξορθολογισμό της κίνησης. Η απογοήτευση δηλαδή προϋποθέτουν προβολή και απαίτηση – κι όταν αυτές δεν ικανοποιούνται, τα φώτα ανάβουν, οι σκιές σβήνουν, και η μαγεία χάνεται. Κάτι σαν μία ιδιόμορφη ‘λήψη του ζητουμένου’ ενός ζητουμένου που δεν υπήρχε ποτέ.
Κι εδώ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εξήγηση και δικαιολογία η ορισμένη συγκινητική αδυναμία του ανθρώπου. Η απογοήτευση έρχεται από μία γενικότερη συνειδητή, οργανωμένη, εξιδανικευμένη, και ηθελημένη απομυθοποίηση και απομάγευση του κόσμου μας. “Ο Θεός πέθανε”, μας προειδοποιούσε ο Νίτσε. “Γιατί τα σπάσαμε τα αγάλματά των – γιατί τους διώξαμε απ’ τους ναούς των, – διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.” συμπλήρωνε ο Καβάφης. Μα στο σχολείο δεν ήταν στην ύλη, και οι ειδήσεις των 8 δεν το ‘παν. Πού καιρός για παραμύθια; Η λογική του κόσμου αυτού δεν χωρά σκιές και ασάφειες. Ό,τι δεν ορίζεται, δεν υπάρχει. Ό,τι δεν μετριέται, δεν αξίζει.
Υπάρχει αντίδοτο στην απογοήτευση; Αξίζει κανείς να μιλάει για κάτι τέτοιο; Ναι.
Γιατί αυτό που ξέρω είναι πως η γοητεία, ως έλξη, σε βάζει σε κίνηση ν’ αντισταθείς στην ακινησία των νεκρών, σπρώχνοντάς σε μες στην ομορφιά του κόσμου – υγιή, ρωμαλέο, νέο, ζωντανό. Και ξέρω ακόμα πως τα λόγια αυτά είναι λίγα για ένα θέμα που μας στοιχειώνει ολοζωής. Ας τ’ αφήσω εδώ για την ώρα, μη φανώ λειψός κι απογοητευτώ.
Η αφορμή για τα παραπάνω:
“[…] Όπως όλα τ’ ανθρώπινα, όπως και η ζωή των άστρων, η Πυθία του Απόλλωνα είχε την αρχή της, από τους θυμούς της γης, είχε και το τέλος της: “Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν…” Τώρα, πάλι, σα να έχουμε κλείσει έναν κύκλο· βρισκόμαστε πάλι αντιμέτωποι με το θυμό των φυσικών δυνάμεων που ελευθερώσαμε και δεν ξέρουμε αν θα μπορέσουμε να τις κυριαρχήσουμε· θα ‘λεγε κανείς πως έχουμε μπροστά μας έναν Πύθωνα, πως μας χρειάζεται ένας Απόλλων, ό,τι κι αν σημαίνουν αυτά τα ονόματα. Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρει κανείς τώρα, είναι πως η διάρκεια τούτης της γης, καθώς και τούτης της γωνιάς μέσα στα λαγόνια του Παρνασσού, είναι σχετική· αύριο ή μετά μερικά εκατομμύρια χρόνια. Πω όταν λέμε αιωνιότητα, δεν έχουμε στο νου κάτι που μετριέται με τα χρόνια, αλλά κάνουμε κάτι σαν την Πυθία που, όταν την έπαιρνε η έκσταση, έβλεπε όλο το χώρο και όλο το χρόνο, περασμένο και μελλούμενο, σαν ένα πράγμα. Ή, για να θυμηθώ το φίλο μου E.M. Forster, πρέπει να λέμε τα πράγματα αιώνια, για να μπορούμε ν’ αγωνιζόμαστε ως την τελευταία στιγμή μας και να χαιρόμαστε τη ζωή. Κάτι τέτοια θα μας ψιθύριζε ίσως τούτο το ιερό τέμενος.
Αν όμως θέλουμε να κοιτάξουμε τα πράγματα πιο απλά και πιο άμεσα, μπορούμε να καθήσουμε σε μια πέτρα την ώρα που ο ήλιος έχει περάσει το βουνίσιο τείχος του Αι – Λιά, και πάει να βασιλέψει πίσω από τη Γκιόνα. Το φως έρχεται τώρα παράλληλο και χτυπά πάνω στις Φαιδριάδες και τις δείχνει σαν Συμπληγάδες, σταματημένες, μισάνοιχτες. Είναι γκρίζες και γαλάζιες με τόνους παλιού καθρέφτη, με τραύματα σκουριάς ή αίματος. Κάτω στη Μαρμαριά ξεχωρίζουν τρείς κολόνες της Θόλου, ένα χαμόγελο εκείνης της επίγειας χάρης. Πιο βαθιά, οι ελιές αλλάζουν χρώμα, ολοένα μέσα στην απίστευτη ευκινησία του φωτός, από το χρυσοπράσινο στο ασημοπράσινο· αλλάζουν και οι όγκοι των βουνών ολοένα πιο ελαφροί: χρυσό προς το μενεξεδί, από το μενεξεδί προς το χρώμα του πατημένου μαυροστάφυλου. Μόνο η κορυφογραμμή της Κίρφης λάμπει ακόμη μέσα σ’ ένα κροκάτο φώς και ζεί για λίγο προτού γίνουν όλα γαλάζια και σκοτεινιάσουν. Κοιτάζεις πάλι το κλιμακωτό τέμενος που χάνεται στους ίσκιους, αυτό το γιαλό με τα σπασμένα μεγάλα χαλίκια. Θες να ξεφύγεις από όλα αυτά· θες να ξεφύγεις από αυτή την αλλαγή – πράγματα κι αισθήματα – που σε ζαλίζει. Γυρίζεις πάλι στις Φαιδριάδες που κοίταξες και ξανακοίταξες σ’ όλες τις ώρες της μέρας, προπάντων καταμεσήμερα, όταν λαμποκοπούν στεγνές, όταν οι παλιοί καθρέφτες έχουν ξαναβρεί όλη τους τη δύναμη. Η σκέψη κρατιέται από αυτές, όσο μπορεί ακόμη από τη στεγνή πέτρα που σε διυλίζει. Όσο και ν’ αντιστέκεσαι, δεν μπορείς να μη νιώσεις μια παρυφή ιεροσύνης γύρω από αυτά τα πράγματα. Τούτο τουλάχιστο· ας μην ψευτίζουμε τον εαυτό μας.”
(Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές (Δεύτερος τόμος (1948 – 1971)), εκδόσεις Ίκαρος)