Coach Corner
Δεν πάει πολύς καιρός που καθόμασταν με καλή παρέα σ’ ένα επαρχιακό καφενείο στην πανέμορφη ορεινή Φθιώτιδα. Ήταν Κυριακή βράδυ, και στο χωριό είχαν μείνει πάλι μόνο λίγοι. Στην τηλεόραση έπαιζε ποδόσφαιρο, και όλοι χαζοχαζεύαμε το παιχνίδι, περισσότερο για την καζούρα παρά από πραγματικό ενδιαφέρον για την έκβαση. Κάποια στιγμή, πάνω σε μία διακοπή του παιχνιδιού ακούστηκαν τα εξής:
-Εκφωνητής: Με την ευκαιρία της διακοπής, πάμε γρήγορα να μάθουμε τί σχεδιάζουν οι δύο προπονητές… Πάμε γρήγορα στο coach corner…
-Θαμώνας 1: Πού θα πάμε;
-Θαμώνας 2: Στο κόουτς κόρνερ ρε.
-Θαμώνας 1: Αα… Και κατάλαβαν τώρα πάνω στο βουνό στο Καρπενήσι πού θα πάμε. Θέλουν να πάνε και στο κόουτς κόρνερ οι μαλάκες.
(Γέλια σε όλο το μαγαζί)
Η τελευταία ατάκα μου κόλλησε στο μυαλό από εκείνη τη στιγμή, τόσο που κάποια στιγμή αναγκάστηκα να σκεφτώ γιατί μου είχε κάνει τόσο εντύπωση. Προσπαθώντας να καταλάβω κατέληξα σε δύο λόγους. Πρώτον, γιατί πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να τη σκεφτεί και να τη γράψει. Περιέχει τον αυθορμητισμό και τη σπιρτάδα της στιγμής, που λίγοι άνθρωποι διαθέτουν. Και αυτοί οι άνθρωποι σπανιότατα γράφουν για να μοιραστούν με τον κόσμο αυτή τους τη μοναδική ικανότητα να συνοψίσουν σε λίγες λέξεις όλο το χιούμορ, την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό που δυστυχώς λείπουν πολύ από τον κοινό διάλογο.
Το δεύτερο στοιχείο που με προβλημάτισε σε αυτήν την ατάκα είναι ένα λεπτό παράπονο που περιέχει – ενδεχομένως και σε άγνοια των ανθρώπων που την αντάλλαξαν εκείνη τη στιγμή. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που σίγουρα κουβαλούν αυτοί οι άνθρωποι είναι ένα παράπονο, κρυμμένο πίσω από το χιούμορ, την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό τους. Το παράπονο αυτό αναφέρεται στον ευτελισμό, και στην γενικότερη παραίτηση της εποχής μας από την έστω συντήρηση, αν όχι καλλιέργεια, της γλώσσας μας. Με άλλα λόγια, λένε, τί σημαίνει ‘πάμε στο κόουτς κόρνερ’ για εμάς που μιλάμε ελληνικά;
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα καταλάβουμε πως σημαίνει τίποτα και πολλά. Δύο όψεις ενός διαχρονικού γλωσσολογικού προβλήματος, με αρκετές προεκτάσεις.
Η κατά συρροή και άκριτη χρησιμοποίηση ξένων λέξεων και εκφράσεων αντί των ελληνικών είναι το σύμπτωμα μιας βολικής τεμπελιάς ως προς την ενασχόληση με τη δική μας γλώσσα. Η τεμπελιά αυτή, όσο βολική είναι, άλλο τόσο επικίνδυνη είναι καθώς δείχνει πως ολοένα χάνουμε την ικανότητα να μεταχειριζόμαστε τη δική μας, μητρική ας την πούμε, γλώσσα. Καθ’ επέκταση, καθώς η γλώσσα είναι ο καθρέφτης και το φανέρωμα της σκέψης μας, πρώτ’ απ’ όλα σ’ εμάς τους ίδιους, κι έπειτα στον κόσμο, η δυσχέρεια στην χρήση αυτού του εργαλείου έχει επιπτώσεις στην ίδια τη σκέψη μας. Αν ο τεχνίτης δεν έχει εξοικείωση και άνεση με την πρώτη ύλη της τέχνης του, έργο δεν φτιάχνει. Μα ούτε και τεχνίτης είναι.
Θα πει κανείς, μα τόσες λέξεις έχουμε στο λεξιλόγιό μας, ακόμα και αιώνες τώρα, ως ξένα δάνεια και προσαρμογές. Φυσικά, και κάτι τέτοιο δεν είναι εξ ορισμού κακό. Αντιθέτως, είναι υγιές για μία γλώσσα να μπορεί να αλληλεπιδρά με άλλες. Υπό την προϋπόθεση πως υπάρχει ένα ας πούμε γηγενές φίλτρο, που κρίνει και κρατά μόνο τα ξένα δάνεια που έχουν πραγματικό όφελος. Αυτά που εμπλουτίζουν τη γλώσσα μας, δίνουν μεγαλύτερη σαφήνεια ή ενισχύουν την πραγματική, απλή συνεννόηση. Γλωσσικά δάνεια που ονοματίζουν στοιχεία της ζωής και του κόσμου που η δική μας γλώσσα – λόγω πολιτισμικής και γεωγραφικής ιδιαιτερότητας – δεν είχε ασχοληθεί ή έρθει σε επαφή.
Για παράδειγμα, αν οι λατίνοι αποφάσισαν πως ένα ψάρι λέγεται salmo, εμείς δεν έχουμε λόγο να τους αμφισβητίσουμε. Όχι μόνο αυτό, αλλά μιας και εμείς αυτό το ψάρι δεν το έχουμε στα μέρη μας, όταν συζητάμε γι’ αυτό, θα το λέμε κι εμείς έτσι, ή έστω θα το λέμε σολομό, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε όλοι μεταξύ μας. Αυτή είναι μια χρήση ξένου δανείου που δεν χρησιμοποιείται εις βάρος της δικής μας γλώσσας. Αντίθετα, όταν εμείς έχουμε πάγκους προπονητών και οι άλλοι έχουν κόουτς κόρνερ, εμείς προτιμούμε να πάμε στους πάγκους των προπονητών, γιατί αυτούς ξέρουμε. Για το άλλο θέλουμε χάρτη και μεταφραστή. Ελπίζω να βγάζει νόημα η αναλογικότητα του παραδείγματος.
Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως η χρήση της φράσης “κόουτς κόρνερ” δεν προσδίδει καμία απολύτως αξία στην επικοινωνία μας, αφού δεν αποσαφηνίζει κάτι που η δική μας γλώσσα δυσκολεύεται να εκφράσει. Ούτε βέβαια μιλά στα αυτιά μας με τον ίδιο τρόπο που μιλά σε έναν αγγλόφωνο. Καθώς η γλώσσα, παρά την ορθολογικότητά της ως μέσο, βασίζεται πολύ σε ποιοτικά στοιχεία που είναι εντελώς συναισθηματικά. Γι’ αυτό πολλές φορές υπάρχουν λέξεις που τις νιώθουμε, παρά τις ακούμε ή τις διαβάζουμε. Ακριβώς όπως τις νότες ή τις μελωδίες.
Από την άλλη πλευρά, η επιλογή της συγκεκριμένης έκφρασης σημαίνει ταυτοχρόνως πολλά. Μπορεί η συγκεκριμένη φράση που έγινε η αφορμή για τις εδωπέρα σκέψεις να είναι αρκετά αθώα, αλλά η υιοθέτηση ξένων εκφράσεων και λέξεων στο λεξιλόγιό μας κρύβει έναν κίνδυνο που λίγο αναλογιζόμαστε. Κάθε γλώσσα κουβαλά μέσα στις λέξεις και τις εκφράσεις της πληθώρα ηθικών οδηγιών – τόσο βαθιά ενσωματωμένων που δύσκολα τις διακρίνουμε. Ένα απλό παράδειγμα (όχι δικής μου έμπνευσης): Όταν ένα παιδί θέλει να χέσει, τί του λέμε; “Πήγαινε να κάνεις κακά!” Αλλά γιατί είναι κακό να θέλει να χέσει; Από βιολογικής άποψης είναι καλό, γιατί αδειάζει τις περιττές ουσίες από το σώμα, και ανοίγει χώρο για νέα τροφή. Άρα όχι κακά, αλλά πολύ καλά κάνει, που θέλει να χέσει. Ωστόσο αυτή η τόσο αθώα και χαριτωμένη λέξη, “κακά”, ήδη περνάει ένα υποσυνείδητο μήνυμα ότι αυτή η διαδικασία του ξαλαφρώματος έχει κάτι το άσχημο, το μη-φυσιολογικό, και το ανήθικο.
Το παραπάνω είναι μόνο ένα από τα μυριάδες παραδείγματα που δείχνουν πώς η γλώσσα μας, και η κάθε γλώσσα, κουβαλάει μέσα της ηθικές προσταγές και υποδείξεις. Ακόμα κι αν δεν τις αντιλαμβανόμαστε, δεν μένουμε ανεπηρέαστοι απ’ αυτές. Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να μιλήσουμε για κάτι, είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε αυτό το κάτι, και κατ’ επέκταση, το κρίνουμε. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε της ηθικής. Αναπόφευκτα, όταν υιοθετούμε μία ξένη έκφραση ή λέξη για να μιλήσουμε για κάτι, τότε εισάγουμε μαζί μία ηθική υπόδειξη, ή, αν θέλετε, μία ηθική βλέψη, που όμως δημιουργήθηκε σε έναν άλλο εντελώς τόπο και (γλωσσικό) κόσμο από τον δικό μας. Αυτό δεν είναι εξ ορισμού κακό, αλλά είναι σίγουρα άξιο προσοχής όταν δεν είμαστε εξοικειωμένοι με την κοσμοαντίληψη, άρα και την ευθύνη αυτής, της γλώσσας που χρησιμοποιούμε. Το ζήτημα ομοιάζει με εκείνα τα “καινά δαιμόνια” που στείλανε κάποτε στο εκτελεστικό απόσπασμα έναν συνάνθρωπό μας.
Για να μιλήσουμε και πιο χειροπιαστά, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της εποχής μας είναι η λέξη cringe – ελληνιστί κρίντζ. Η λέξη αυτή, που χονδροειδώς αποδίδεται στα ελληνικά ως “ετεροντροπή”, δείχνει με ακρίβεια το πρόβλημα που περιγράψαμε. Στα αγγλικά ο ορισμός της λέξης cringe είναι “have an inward feeling of acute embarrassment or awkwardness”, και έχει διαδοθεί αρκετά στα καθημερινά ελληνικά της εποχής μας για να περιγράψει την ντροπή που προκαλείται από πράξεις ή λεγόμενα άλλων – παρόλου που εξ ορισμού η λέξη δεν σχετίζεται με πράξεις άλλων. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε υιοθετήσει άκριτα μία ξένη λέξη, η οποία μας υποδεικνύει πως κάτι είναι ντροπιαστικό – κουβαλά δηλαδή μια προφανή ηθική κρίση. Με τη διάδοση της λέξης αυτής τα τελευταία χρόνια, έχουμε φτάσει σήμερα να περιγράφουμε καταστάσεις μέσα από το πρίσμα αυτής της λέξης, καταλήγοντας να χαρακτηρίζουμε ως ντροπιαστικά πράγματα τα οποία δεν ήταν καθόλου (ετερο)ντροπιαστικά, ή, αν προτιμάτε, καθόλου κρίντζ, πριν λίγα χρόνια. Χωρίς κανείς να μπορεί να πει με ακρίβεια πώς και γιατί, εισάγαμε στη γλώσσα και την καθημερινότητά μας, λίγη ακόμα ντροπή – και κατ’ επέκταση ενοχή. Κρίμα.
–
ΥΓ. Υπάρχει μια διαδεδομένη αντίληψη στους ανθρώπους των πόλεων ότι οι άνθρωποι της επαρχίας μιλάνε… περίεργα. Από προσωπική πείρα μπορώ να πω πως αν αποδεχτεί κανείς γρήγορα τη διαφορά της προφοράς και της έκφρασης που ίσως να μας ξενίζουν, θα δει με μιας πως το λεξιλόγιο και η λογοτεχνική/ποιητική ποιότητα της καθημερινής γλώσσας της επαρχίας είναι κλάσεις ανώτερα από των αστών. Δυστυχώς και αυτά χάνονται πλέον ραγδαία, μέσα στην μάζα των αστικών κέντρων. Άλλο ένα μεγάλο κρίμα που θα το βρούμε μπροστά μας.