Κρίση
Photo by Shot By Ireland on Unsplash
Στη χώρα μας, παράπονο δεν έχουμε, τη γνωρίσαμε ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια σε όχι και τόσο άγνωστες ή απρόβλεπτες μορφές. Ερχόταν μα δε θέλαμε και να την αντικρίσουμε. Και τί αναστάτωση, δικαίως, δεν έχει επιφέρει.
Με τον καιρό και τη συνήθεια, η κρίση έγινε αναπόσπαστη λέξη του λεξιλογίου μας. Αποτέλεσμα, η έννοια της λέξης αυτής να έχει τεντωθεί και διαστρεβλωθεί σε τέτοιο βαθμό που έχει θολώσει η βαθύτερή της έννοια. Βαφτίζουμε πλέον αφειδώς κάθε κατάσταση δυσαρέσκειάς μας ‘κρίση’: κρίση στις σχέσεις, στα εργασιακά, τα προσωπικά, και σε κάθε άλλο πιθανό κι απίθανο τομέα. Γίνεται έτσι μία υπερβολική χρήση της λέξης αυτής για να χαρακτηρίσει κάθε μικροαλλαγή του συνηθισμένου, και κάθε έντασης που μας προκαλεί μίαν ανησυχία, καθιστώντας τη λέξη συνώνυμο του αρνητικού – πάντα συνοδευόμενη με μία υπόνοια παθητικότητας. Μα καθόλου δεν είν’ έτσι τα πράγματα, και καλό είναι να κοιτάμε τις έννοιες των λέξεων με μια κάποια νηφαλιότητα κάθε τόσο.
Πρώτα και κύρια πρέπει να ξεγράψουμε κάθε υποψία μοιρολατρίας, αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά νηφάλιοι με το θέμα μας. Φαίνεται να ξεχνάμε πως κρίση λεξιλογικά σημαίνει πρώτ’ απ’ όλα πράξη – μία πράξη αξιολόγησης κι εκτίμησης. Ενώ στην κρίση υπάρχει το κάλεσμα της επιλογής και της απόφασης, αντίθετα, στην συνήθεια, την καθημερινότητα δίχως κρίση, όλα βαίνουν μόνα τους, αυτόματα. Επομένως, ακριβώς επειδή η κρίση είναι ουσιαστικά μία πράξη, δεν δύναται να νοείται ως κάτι εξολοκλήρου παθητικό, κάτι που απλώς μας συμβαίνει. Έτσι, και η απραξία ακόμα είναι επιλογή.
Για να ξεδιακρίνουμε καλύτερα την έννοια της κρίσης ας φανταστούμε για λίγο την κρίση σαν μία αρρώστια που έρχεται να μας παιδέψει. Βέβαια, πρέπει να γνωρίζουμε πως ο πόνος της αρρώστιας δεν είναι παρά το αποτέλεσμα, κι όχι το αίτιο της αρρώστιας. Δηλαδή δεν πονούμε επειδή αρρωστήσαμε, αλλ’ επειδή αρρωστήσαμε πονούμε – καίρια διαφορά. Και να γνωρίζουμε ακόμα πως η αρρώστια φύτρωνε και ρίζωνε καιρό τώρα μέσα μας. Έτσι που η εμφάνισή της δεν είναι παρά η ένδειξη μιας δυσαρμονίας, κι όχι βέβαια η απόδειξή της. Όπως ακριβώς και οι διάφορες κρίσεις της ζωής: ριζώνουν αργά και εμφανίζονται φυσικά – με την έννοια του αναπότρεπτου, αναγκάζοντάς μας να αντιπαρατεθούμε με τη δυσαρμονία τους, και να την αποκαταστήσουμε προτού αυτή μας γκρεμίσει.
Ας σταθούμε λίγο περισσότερο σ’ αυτή την καίρια διαφορά αιτίου και αποτελέσματος, γιατί αυτή θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πιο καθαρά την κρίση ως ζήτημα πράξης. Η κατανόηση πως ο πόνος της αρρώστιας – και βέβαια εδώ δεν κοιτούμε την ‘αρρώστια’ ως μία αποκλειστικά βιολογική κατάσταση – δεν είναι το αίτιο, αλλά το αποτέλεσμα της αρρώστιας μπορεί να μας υποδείξει και τον μόνον ίσως δρόμο προς την αντίσταση στην κρίση, τον αγώνα μας για υγεία. Βέβαια, η υγεία, όπως και η αρρώστια, δεν είναι θέσεις αλλά καταστάσεις, δυναμικές και ρευστές, κι έτσι ο δρόμος προς την υγεία είναι διαρκής κι απαιτεί ακατάπαυστη ενασχόληση. Για την αντίσταση και υπέρβαση της κρίσης δεν υπάρχει τσελεμεντές.
Η διαφορά που κάνει τη διαφορά είναι το κατά πόσο αντιμετωπίζεις την ουσία, ή τα φαινόμενα – την πηγή της δυσαρμονίας, ή τις επιπτώσεις της. Στη δεύτερη περίπτωση θυμίζεις Δον Κιχώτη: τίμιο και συμπαθή, αλλοπαρμένο δε, να κυνηγάς σκιές. Η αμιγής απασχόληση με τα φαινόμενα της αρρώστιας σημαίνει νάρκωση του πόνου, κι αυτό δεν τον απαλείφει. Αντίθετα, τον δυναμώνει, κάνοντας την αρρώστια πιο ύπουλη, και δίνει διαρκώς νέες πηγές εμφάνισης των επιπτώσεών της. Όπως το σπυρί στο δέρμα δεν είναι παρά μία έκφανση μιας βαθύτερης δυσαρμονίας, μία έκφραση απλώς της αρρώστιας, και η εμφάνισή του δεν αποτελεί την απόδειξη αλλά μία ένδειξη της δυσαρμονίας αυτής. Σπάζοντάς το δεν την αντιμετωπίζεις. Η νάρκωση και η επικάλυψη των εκφράσεων της δυσαρμονίας δεν οδηγεί επουδενί στην αποκατάστασή της. Κι έτσι καλό είναι να μην κοροϊδεύουμε τα ζώα που κυνηγούν τις ουρές τους. Επιπλέον, εξίσου καίριας σημασίας, είναι η κατανόηση πως όταν μιλάμε για έναν ‘δρόμο προς την υγεία’ δεν μας περνάει καν από το μυαλό μία επιστροφή σε «εποχές προ κρίσης», καθώς κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανόητο. Μια τέτοια επιστροφή θα σήμαινε απλά την ανόητη επανάληψη του τετελεσμένου. Όπως λέει κι εκείνη η περιβόητη φράση, «τρέλα είναι να κάνεις το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά περιμένοντας καινούργια αποτελέσματα».
Πώς λοιπόν μπορούμε να μπούμε στον δρόμο προς την υγεία; Η ουσία μιας κρίσης, με την έννοια της γενικευμένης αρρώστιας που της προσδώσαμε, είναι η δυσαρμονία. Μια κρίση – αρρώστια γεννάται μόλις επέλθει μια δυσαρμονία στην αρμονία των πραγμάτων, στην ομοιόσταση ενός ζωντανού οργανισμού. Άραγε για την αποκατάσταση της αρμονίας και τη γιατρειά της αρρώστιας απαιτείται να επιδράσουμε στην ίδια την ουσία της κατάστασης: τη δυσαρμονία. Μέσα στην αέναη ροή των πραγμάτων και της ζωής, κάνει την εμφάνισή της μία νέα κατάσταση πραγμάτων, η οποία αλλάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούσαμε ως εκείνη τη στιγμή. Ο μέχρι τούδε εαυτός μας – και χρησιμοποιώ εδώ αυτήν την έννοια στην πιο απλή της μορφή – παλιώνει. Είναι εκτός τόπου και χρόνου, κι έχει έτσι ξεπεραστεί που δεν συγχωρά πλέον στο νέο πλαίσιο και τη νέα κατάσταση πραγμάτων. Αν θυμηθούμε εδώ πάλι την αναλογία που κάναμε παραπάνω ανάμεσα στην κρίση και την αρρώστια, θα δούμε πως για την πλειοψηφία των ασθενειών οι γιατροί, εκτός από τα πρόσκαιρα φάρμακα, ζητάνε από τους ασθενείς ν’ αλλάξουν ορισμένες από τις συνήθειές τους. Αλλιώς η αρρώστια δε θα φύγει: αν δεν αλλάξεις τρόπο θα ζεις με κόπο. Για να το πούμε και μ’ ένα πεζό παράδειγμα: ένας άνθρωπος που ζει δίχως κίνηση, δίχως να περπατά (κυριολεκτικά πεζό παράδειγμα), οδηγεί, συνειδητά κι ασύνειδα, με βεβαιότητα το κορμί του σε μαρασμό. Έτσι συμβαίνει, στην πιο απλή της εξήγηση, η εμφάνιση μίας νέας κατάστασης πραγμάτων που συνειδητοποιείται κάποια στιγμή αναπότρεπτα ως κρίση, την οποία καλείται ν’ αντιμετωπίσει ένας δυσκίνητος – αν δεν θέλει να ζει με κόπο. Η δυσκινησία του είναι στην ουσία της είναι μια δυσαρμονία ακινησίας, η οποία πρέπει να συνειδητοποιηθεί ως τέτοια και να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά, ώστε ο πόνος στο σώμα, που λειτουργεί ως ένδειξη ακριβώς της δυσαρμονίας, να ξεπεραστεί. Τίποτα δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα, πόσο μάλλον το καθισιό, και πρέπει, μέσω της κρίσης, να υπάρχει μια διαρκής προσαρμογή στην αναπότρεπτη αλλαγή των πραγμάτων. Και το να παίρνει κανείς παυσίπονα για να περπατήσει οπωσδήποτε δεν είναι η λύση. Είναι ίσως μία κάποια λύσις…
Σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει να μιλάμε εδώ για μία τυφλή προσαρμογή σε διαρκώς νέα δεδομένα. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η προσαρμογή του τρόπου, δεν σημαίνει καθόλου τυφλή υποταγή στα πράγματα και μοιρολατρική ζωή. Όπως και παραπάνω, πρέπει εδώ πάλι να ξεχωρίσουμε την ουσία από τα φαινόμενά της, έχοντας διαρκώς στο νου μας την πράξη.
Η προσαρμογή του τρόπου μας, είναι μεν όπως είπαμε μία προσαρμογή σε πρώτη ανάγνωση, είναι δε ταυτόχρονα μία πράξη μας η οποία επιδρά εξίσου πάνω στο νέο πλαίσιο και τα νέα δεδομένα που αντιμετωπίζουμε. Όσο επιδρά πάνω μας μία κατάσταση, άλλο τόσο μπορούμε να (επι)δράσουμε κι εμείς πάνω και μέσα στην κατάσταση, σ’ ένα πάρε δώσε δράσης κι αντίδρασης, θέσης – αντίθεσης – σύνθεσης. Αυτή η σχέση αλληλεπίδρασης είναι και ένα επιχείρημα αρκετό για να διαλύσει κάθε υποψία μοιρολατρίας.
– Ε, και τί να κάνω;
– Άλλαξε ζωή.
Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.
γράφει ο Σεφέρης… κι αυτή η άνω τελεία είναι η λυδία λίθος.
Πού θέλω να καταλήξω… Υπάρχω σημαίνει πρώτα και κύρια λερώνω τα χέρια μου. Βουτάμε τα χέρια μας στον κόσμο και διαλέγουμε: κρίνουμε για να κρινόμαστε. Το υλικό που έχουμε είναι πάντοτε ρευστό, κι εξαρτάται από τα χέρια μας τί θα συνθέσουμε μ’ ό,τι αξιωθούμε να καταπιαστούμε. Η σύνθεση και ο τρόπος της είναι η δική μας κρίση των πραγμάτων. Ναι, το υλικό μπορεί να είν’ αυτό που έλαχε να είναι, μα τα χέρια του μάστορα κάνουν τη διαφορά. Η συνείδηση τούτη της ευθύνης είναι και ο δρόμος για την συμφιλίωση με την κρίση ως κατάσταση ύπαρξης. Προσοχή όμως, η συμφιλίωση αυτή δεν είναι διόλου ολική ίαση, παρά μόνο σημαίνει τον διαρκή αγώνα – την πράξη αντίστασής μας.
Ακριβώς λόγω της ακατάπαυστης εναλλαγής των καταστάσεων των πραγμάτων και της ζωής, οι πράξεις μας και οι σχέσεις μας με τον κόσμο είναι ο μόνος τρόπος για επίδραση και αρμονική σύμπλευση μέσα στη ροή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μετουσιώνεται η ‘προσαρμογή’, που αναφέραμε παραπάνω, σε πράξη δημιουργίας – ουσιαστικά. Η επιλογή είναι δική μας: μπορούμε να πιαστούμε στην κρίση του Σάρτρ που είδε τον κόσμο και τη συνδιαλλαγή μαζί του ως κόλαση, ή να πάρουμε το δρόμο του ελληνικού Σεφέρη και να συνειδητοποιήσουμε πως ο κόσμος είναι εξίσου κόλαση και παράδεισος. Η πράξη μας, όσο μικρή κι αν μοιάζει, είναι εκείνη που θα κάνει τη διαφορά της κατάστασης.
Ας αποπειραθούμε εδώ ένα τελευταίο, πιο ποιητικό, νοητικό πείραμα: ας φανταστούμε την κρίση ως μία καταιγίδα, που σπάζει τη γενικευμένη μονοτονία της συνήθειας. Ξάφνου οι ρυθμοί αλλάζουν – όλα μοιάζουν να τρέχουν, να επιταχύνουν. Νερά κυλούν, ο αέρας χτυπά ό,τι βρει στο πέρασμά του, και τα ζώα και οι άνθρωποι λουφάζουν. Ο τόπος γύρω σκοτεινιάζει. Όλα σαν κάτι να περιμένουν. Και να που έρχεται: η πρώτη αστραπή που σκίζει τον ουρανό και χτυπά με ένταση τον κόσμο. «Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιός τον εαυτό του». – Σ’ αυτόν τον στίχο του Σολωμού συνοψίζεται ό,τι προσπάθησα να δείξω σ’ αυτό το κείμενο. Μέσα στην ‘κοσμοχαλασιά’, όπως πολύ όμορφα λέμε, που σαρώνει ό,τι στέκει, οφείλουμε να πραγματώσουμε τον εαυτό μας. Κι έτσι τον πλησιάζουμε και τον γνωρίζουμε, από τις πράξεις μας οι οποίες φτάνουν να χτίζουν και τον κόσμο μας. Τί σώζουμε; Τί ξαναστήνουμε; Τί μας γκρεμίζει; Ποια ανάγκη μας τυραννά; Ερωτήματα που μόνον η Πράξη μπορεί ν’ απαντήσει. Τ’ άλλα μένουν λόγια και μιζέρια που τα σαρώνει ο άνεμος.
[…]
Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
Χωρίς την επινόηση νέας διάταξης στοιχείων
Χωρίς μια νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία
Σκίζοντας βίαια στα δυο το σάπιο μήλο
Να επιστρέψουν τ’ άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες
Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.
… Έγραψε ο Αναγνωστάκης, κι έτσι εμείς δεν μπορούμε παρά να πούμε: ζήτω η κρίση!
Μα και πώς αλλιώς; Στην ειρήνη όλοι καλοί είμαστε, στην καταιγίδα όμως φαίνεται ο καλός ο καπετάνιος. Ο Οδυσσέας μπήκε στη σπηλιά του Πολύφημου ως Κανένας, και χρειάστηκε να παλέψει για να βγει πάλι ως Οδυσσέας. Αν είχε μείνει σπίτι του δεν θα τον νιώθαμε ως σήμερα κοντά μας. Κι έπειτ’ ακόμα, και η απόφαση να μην αναμετρηθείς με μία καταιγίδα κι αντ’ αυτού ν’ αναζητήσεις κάποιο λιμάνι, σε μια πράξη ταπεινού μεγαλείου, κι όχι μετριοφροσύνης ή παραίτησης, έχει κάτι να πει για τον άνθρωπο – ακόμα και οι σιωπές μας μπορούν να μιλήσουν. Οφείλουμε να γνωρίζουμε τα όριά μας, κι αυτό γίνεται μόνο μέσα από την κρίση. Αν δεν ξέρεις μέχρι πού μπορείς να φτάσεις, δε θα ξεκινήσεις ποτέ – κι αν ξεκινήσεις μπορεί μετά να φτάσεις και παραπέρα από εκεί που νόμιζες πως πας. Προχωρώντας, κρίνοντας και κρινόμενος θα το μάθεις – στο μάτι του κυκλώνα. Μέσα στην κρίση και την κοσμοχαλασιά μπορούμε να σταθούμε και να χορέψουμε με την ροή του κόσμου, γελώντας σαν παιδιά που παίζουν στη βροχή. Ίσως γιατί αυτά είναι ακόμα αρκετά αθώα και πιστεύουν… Έχουν την πίστη πως μετά τη βροχή θα έρθει το ουράνιο τόξο, και ο κόσμος θα τους χαμογελάσει με το γλυκό του χαμογέλιο με τα μύρια χρώματα. Γιατί δεν λούφαξαν, μα παίξανε και πράξανε. Ίσως… Ο καθένας ας δώσει εδώ την δική του απάντηση. Τελεσιδικία δε θα υπάρξει. Θα υπάρξει μόνο κρίση – καλή ή κακή, τί μας μέλει; Εμείς θα έχουμε παίξει τη ζαριά μας. Εσείς;