Στη χάση και στη φέξη…
Στη χάση και στη φέξη λοιπόν…
Στην ισορροπία της μέρας και της νύχτας, εκεί που το φως και το σκοτάδι μοιράζονται τη σκηνή, εκτυλίσσεται η ζωή.
Σ’ αυτήν την ισορροπία μάς δείχνει η ζωή μας το αβέβαιο, στο άγνωστο της κάθε γνώσης, της κάθε στιγμής. Κι έτσι μας κρατά νέους, σε μία ιδιότροπη ετοιμότητα. Η μαγεία σε αυτή την ισορροπία, αυτό που μας γοητεύει και μας γιατρεύει, μιας και γοητεία και γητεία συγγενεύουν, είναι οι ιδιαίτερες ποιότητες που απαιτεί να βρεις και να φτιάξεις για σένα. Μπορούμε να τις πούμε και διαβαθμίσεις, δεν τους αφαιρεί τίποτα. Μπορούμε ακόμα να τις πούμε και εντάσεις, κι αυτό τις κάνει καίριες.
Την ισορροπία την καταλαβαίνω ως μια ταραγμένη θάλασσα, γεμάτη κύματα που αλληλοχτυπιούνται, ταράζοντας ολοένα την επιφάνειά της, ενώ από κάτω και μέσα χορεύουν τα ρεύματα, οι κρυμμένες αρμονίες που δίνουν το ρυθμό σ’ ολόκληρη τη θάλασσα. Ίδιο χαρακτηριστικό της ισορροπίας είναι η διαρκής κίνηση, η εγρήγορση, και η συγκίνηση με τα πράγματα, δείχνοντάς σου πως τα πράγματα γύρω σου δεν είναι, αλλά γίνονται, κι έτσι, απ’ ανάγκη, εσύ δεν μπορείς να είσαι, μόνο να γίνεσαι. Γι’ αυτό μίλησα παραπάνω για ποιότητες κι εντάσεις.
Από την άλλη, το άσπρο και το μαύρο τα καταλαβαίνω ως λίμνες. Είναι καταστάσεις απόλυτες που δεν χωρούν δεύτερες σκέψεις κι ενστάσεις. Ως απόλυτα, παγιώνουν τα πράγματα, σκοτώνοντας την όποια αλλαγή μπορεί να τα ταράξει. Κι αυτό είναι αξύπνητος ύπνος – ακινησία. Ο άσπρος, ή ο μαύρος, δεν μπορεί να γίνει πιο άσπρος ή πιο μαύρος. Απλά είναι. Ο ακροβάτης όμως, ούτε άσπρος είναι ούτε μαύρος. Μόνο γίνεται πιο άσπρος ή πιο μαύρος, χωρίς ποτέ να καταλήξει από τη μία ή την άλλη – εκτός αν πέσει απ’ το σκοινί του.
Μέσα σε αυτή την ισορροπία ανάμεσα στη χάση και τη φέξη εκτυλίσσεται ένας διαρκής πόλεμος για παγίωση. Το άσπρο και το μαύρο, το φως με το σκοτάδι, αντιπαλεύουν, αποζητώντας το καθένα να επιβληθεί δια παντός, επιφέροντας την ησυχία της νίκης, της επιβολής του απόλυτου. Όπως η εντροπία αναγκάζει τη θάλασσα ολοένα να ηρεμήσει.
Μα εκείνη συνεχίζει κόντρα στον καιρό τις παραξενιές της. Εν τέλει, αυτός ο πόλεμος, ο πατέρας μας, κατά τον Σκοτεινό Ηράκλειτο, είναι η μόνη κατάσταση που μας επιτρέπει ν’ απολαύσουμε την όποια ισορροπία επιτύχουμε. Μέσα στον πόλεμο γνωρίζεις τον εαυτό σου. Και δε θέλουμε ούτε άσπρο ούτε μαύρο. Θέλουμε και το άσπρο και το μαύρο – να καθαρίσουμε όλο το πιάτο της ζωής μας – κι αυτό διόλου δεν είναι απληστία.
Στη χάση και στη φέξη λοιπόν…
Στο απόλυτο φως κλείνουμε τα μάτια μην τυφλωθούμε, όπως την πάτησε ο μάντης Τειρεσίας, και στο απόλυτο σκοτάδι δε βλέπουμε ούτε τη μύτη μας. Στο ενδιάμεσο, στην κόψη ανάμεσα στη χάση και τη φέξη κρατάμε τα μάτια μας ανοιχτά για να παλέψουμε με τις σκιές.