Συνέπεια
Κάτι τόσο απλό, κρύβεται πίσω από αυτό που σου μοιάζει τόσο δύσκολο. Να είσαι ο εαυτός σου.
Γράφει κάπου ο Φρειδερίκος Νίτσε πως το πιο παρεξηγημένο χαρακτηριστικό ενός ανθρώπου σήμερα είναι η συνέπειά του. Λέει δηλαδή, πως όταν κανείς είναι συνεπής, μας μοιάζει παράξενος και παράταιρος. Αντιθέτως – κι αντίθετα με την απλή λογική, η ασυνέπεια ενός ανθρώπου θεωρείται το σύνηθες. Σαν ένα δείγμα αξιοπιστίας.
Και δε μιλάμε εδώ για χρονική συνέπεια. Αν και, κατά μία έννοια, οφείλει κανείς να είναι στην ώρα του – αν θέλει να ‘ναι ωραίος. Η συνέπεια εδώ νοείται ως έκφραση του βαθύτερου εαυτού σου. Αυτή η αρμονία σκέψης, λόγου κι έργου. Ή, αν θέλουμε ν’ αποφύγουμε τις παραφράσεις και ν’ ακούσουμε ακριβώς τον Ποιητή: «λόγο, έργο, νόημα». Κι εδώ πια ανυψωνόμαστε σε ολυμπιακά αγωνίσματα και δια βίου μαραθωνοδρόμους. Σε Πράξη.
Πού έγκειται η δυσκολία της συνέπειας; Στ’ ότι απαιτείται να πραγματώνεις διαρκώς κι ακατάπαυστα την αλήθεια του εαυτού σου. Πώς; Αυτό είναι απλό.
Πόσες και πόσες δικαιολογίες δεν εφευρίσκουμε, ή απλώς ανασύρουμε απ’ το τσεπάκι μας, για ν’ αποφύγουμε ακριβώς αυτό, το τόσο απλό; Μικρά ψέματα, αθώα ψέματα, συμβάσεις, πρέπει, υποσχέσεις και ιδεολογίες… και με πόσους άλλους ευφημισμούς δεν έχουμε βαφτίσει και δικαιολογήσει τα λογής παραστρατήματά μας, τις παρεκκλίσεις από τον εαυτό μας. Εκείνες τις μικρές και μεγαλύτερες ασυνέπειες, που μας σμπαραλιάζουν, διαβάλλοντας τον εαυτό μας σε χίλια δυο κομμάτια.
–
Καταλαβαίνω τη συνέπεια ως την έκφραση της πραγματικής μας ανάγκης – αυτό που κάποτε είπαν Ανάγκα. Και μεγαλύτερη ανάγκη απ’ το να γίνεται κανείς αυτό που είναι δεν γνωρίζω. Τόσο μεγάλη και ισχυρή που όσο κι αν την θάψεις και την κρύψεις και την πολεμήσεις, αυτή θα βρει μια τρύπα, μια σχισμή, στο βαρύ πέπλο της συνήθειας και της λήθης, να περάσει σα βελόνα και να σε ανησυχήσει. Ό,τι κι αν κάνουμε, ησυχία δε θα βρούμε.
Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί η ησυχία είναι η απουσία κάθε έγνοιας. Κι αυτός ο ορισμός εδώ αρκεί, δε χρειάζεται ν’ ακουμπήσουμε καν την έννοια-έγνοια της ευτυχίας. Διάφορες θρησκείες, φιλοσοφίες και μυστικισμοί έχουν εξυμνήσει την ησυχία – συχνά ταυτίζοντάς την με την ευτυχία. Εμείς εδώ στο χωριό μου το πρώτ’ ακούμε λόγω μιας γνωστής μάρκας παγωτών, κι ενδεχομένως και του συγκροτήματος. Κι ίσως αργότερα λόγω κι εκείνου του ποιητή. Σε κάθε περίπτωση, ασχέτως της προέλευσης, η υπόσχεση ησυχίας είναι ψευδής και πλάνα. Για έναν πολύ απλό λόγο: γιατί εκείνο το πρωταρχικό Γιατί; δε δύναται ν’ απαντηθεί ποτέ οριστικά. Αν θες οριστική απάντηση σ’ αυτό, θες απλά να σκοτώσεις το γίγνεσθαι. Οι μόνοι που δεν έχουν πια καμία έγνοια, ούτε τους καίει πια εκείνο το Γιατί; είναι οι νεκροί.
«Πόση αλήθεια αντέχει, πόση αλήθεια αποτολμά ένα πνεύμα; Αυτό αποτέλεσε σταθερά το γνήσιο αξιολογικό μου μέτρο. Η πλάνη (-η πίστη στο ιδεώδες-) δεν είναι τυφλοσύνη, η πλάνη είναι νωθρότητα…» (Ecce homo, F. Nietzsche, μτφ. Δ. Λιαντίνης) Ο μόνος λόγος, ο πραγματικός και τόσο ανομολόγητος λόγος που αποζητάς ησυχία είναι γιατί φοβάσαι. Και ο ασυνεπής με τον εαυτό του, το έρμαιο της κοινωνίας και των ιδεώδων, κουβαλά φόβους υπέρβαρους, σα σισύφειες πέτρες. Τους οποίους ποθεί φοβισμένα και φοβικά να πετάξει από πάνω του και να ξεκουραστεί, ακόμα και για πάντα, μέσα στη γλυκιά θαλπωρή της ησυχίας. Αφήνοντας το μεράκι του, τ’ αγκάθι της καρδιάς του, να σβήσει, σβήνοντας μαζί και τη φλόγα του. Μένει δίχως φλόγα το λυχνάρι της ψυχής, και χάνεται στο σκοτάδι της λήθης. Αυτό καταλαβαίνω ως ασυνέπεια: Το χάσιμο του εαυτού.
–
Άσχετος από ζωολογία είμαι, κι ό,τι θέλω λέω: Τα ζώα λατρεύουν την ησυχία γιατί τότε μπορούν ν’ αντιληφθούν έγκαιρα κινδύνους κι εχθρούς. Ίσως να μας έχει μείνει κατάλοιπο από τα παιδικά της ανθρωπότητας χρόνια – τα πιο δεντροκατοικημένα και μαλλιαρά, αυτή η φοβικότητα, που βέβαια μας έχει σώσει πλείστες φορές κι επιβιώνουμε ως σήμερα. Μα εδώ δε μιλάμε για επιβίωση. Και ίσως ακόμα, αυτό που μάθαμε τότε, σ’ εκείνα τα χρόνια, είναι πρώτα η αγέλη, κι έπειτα η κοινότητα. Και μας έμεινε ισχυρότερη εκείνη η πρώτη εντύπωση, ώστε να είμαστε ακόμα σήμερα πεισματικά αγελαίοι – δε ξεμαθαίνουμ’ εύκολα.
Όσο κοιτάς ίσα στα μάτια την Ανάγκα σου να γίνεις αυτός που είσαι, τα κεντρίσματα εκείνα κάτω από τα βαριά πέπλα της ήσυχης Λήθης, θα στέκεις συνεπής. Θα μάθεις πως η αβεβαιότητα είναι το πλέον βέβαιο, θα μάθεις πώς να ξεμαθαίνεις και να ξαναμαθαίνεις τον ίδιο σου τον εαυτό, και θα μάθεις ακόμα πως κάθε απάντηση κρύβεται μέσα στην ερώτηση κι εκείνον που ρωτά. Συνεπώς μακριά από την πεπατημένη της συνήθειας, και συνεπής στο δρόμο σου.
Γράφει κάπου αλλού ο Νίτσε πως όταν σκοτώνεις την έκφραση του αισθήματος, σκοτώνεις μαζί και το ίδιο το αίσθημα. Όσο σκοτώνεις την κατά δική σου προσωπική έκφραση, σκοτώνεις κι ό,τι το προσωπικό υπάρχει σ’ εσένα. Αυτό είναι το τελικό και καταστροφικό τίμημα της ασυνέπειάς μας: η ακύρωση της δυνατότητας να γίνεις αυτό που είσαι.
–
Καλά όλ’ αυτά, μα μας μένει και η Πράξη. Πώς πραγματώνεται, παρά τη δυσκολία της και κόντρα στο πλήγωμα που επιφέρει, η συνέπεια; Πόρο στην απορία θα μας δώσει τελικά η λέξη κλειδί της απάντησης που δώσαμε στην αρχή: αυτό είναι απλό.
Η Πράξη ευδοκιμεί στο χώμα της Αβεβαιότητας. Τίποτα δεν εγγυάται την πραγμάτωσή της. Αντίθετα, η συνήθεια διαρκώς την καταπολεμά. Μαθαίνοντας διαρκώς να ξεμαθαίνουμε, μπαίνουμε κι εμείς στο χώρο της Αβεβαιότητας. Κι εκεί μόνο μπορούμε να πραγματώνουμε τον βαθύτερο εαυτό μας, δίχως προκαταλήψεις κι ενοχές. – «Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, δίχως καβάντζα καμιά…» – Αντικρίζοντας την κάθε στιγμή σαν μία μοναδική σκηνή πάνω στην οποία μπορούμε να υποδυθούμε αμέτρητους ρόλους – όχι υποκριτικά, μα με μια υψηλή αυτοθυσιαστική τέχνη. Μία προσωπική κατάθεση της αλήθειας που κουβαλάμε μέσα μας.
Μονάχα πάνω σ’ αυτή τη σκηνή πεθαίνει ο φόβος – μαζί και η ελπίδα. Ο κόσμος είναι η μόνη αληθινή σκηνή. Εκεί μέσα γίνεσαι συνεπής – στο μεράκι σου. Και μύριες μοναδικές οπτικές θα σε μεταμορφώνουν, δίνοντας σου διαρκώς νέες μορφές και ζωές. Κάτι ξέραν οι αρχαίοι Έλληνες που τ’ ονόμασαν αμφιθέατρο. Αντιλήφθηκαν την πολλαπλότητα των παρατηρητών και των παρατηρήσεων. Εκεί και τότε, παύεις να φοβάσαι να είσαι αυτό που είσαι, και παύεις να ελπίζεις πως θα γίνεις άλλο απ’ αυτό που είσαι. Γίνεσαι, απλά, εσύ.
Ὁδοιπόρος
Δε θέλω εγώ τριαντάφυλλα στον έρημό μου δρόμο,
δέντρο δεν θέλω να σταθώ, πηγή να ξεδιψάσω.
Eγώ ανεβαίνω το βουνό, μ’ ένα σταυρό στον ώμο.
Tου φθινοπώρου ας απλωθούν τα φύλλα, να περάσω.
(Παύλος Νιρβάνας, ἀπό Τά Ἅπαντα, Δ’, Ἐκδοτικός Οἶκος Χρήστου Γιοβάνη 1968)