Τοπωνύμια
Τα τοπωνύμια είναι μία ακόμα υπενθύμιση πως ο κόσμος γύρω μας δεν είναι σκέτος χώρος, αλλά χωροχρόνος εμπλουτισμένος από τη σχέση των ανθρώπων με αυτόν. Είναι σημάδια δηλαδή που κάποιοι άνθρωποι αφήσαν σ’ έναν τόπο, δίνοντάς του όνομα και σημασία, μην αφήνοντας το χρόνο να περάσει αδιάφορα κι αναίμακτα από πάνω του.
Ονοματοδότης και νοηματοδότης για ένα μέρος μπορούν να γίνουν πολλά πράγματα. Μια γεωλογική ή φυσική ιδιαιτερότητα, ένα χρώμα, το μικροκλίμα, κάποιο φυσικό φαινόμενο, μια ανθρώπινη κατασκευή, ένα γεγονός, ένας μύθος, ένας έρωτας, ένας φόνος, μια παραξενιά. Τόσα κι άλλα τόσα. Μύριες οι αφορμές, που όμως συνδέονται όλες απόνα νήμα: τη ματιά των ανθρώπων. Όποια κι αν είναι η αφορμή, η ουσία που μένει είναι η αλληλεπίδραση των ανθρώπων με τον φυσικό χώρο γύρω τους.
Ελπίζω πως κάνω λάθος αλλά μου φαίνεται πως τα τοπωνύμια σβήνουν στην εποχή μας. Για δύο λόγους. Αφενός δεν μας είναι χρήσιμα, με τον τρόπο που ζούμε και κινούμαστε. Δεν μας χρειάζονται φυσικά ή συμβολικά σημάδια για να μας κατευθύνουν. Κάθε μας διαδρομή μπορεί να αποτυπωθεί σε μια οθόνη προς διευκόλυνσή μας. Δεν απαιτείται αλληλεπίδραση με τον χώρο γύρω μας – αναγνώριση, ανίχνευση, ενθύμηση. Ακόμα περισσότερο για τους ανθρώπους της πόλης. Εκεί που λίγο πολύ όλα είναι ίδια ή που και οι πιο ιδιαίτερες λεπτομέρειες σβήνουν μέσα στη γενικότητα και την ομοιομορφία. Αφετέρου, τα τοπωνύμια σβήνουν γιατί αλληλεπιδρούμε με τον φυσικό χώρο λιγότερο ως επισκέπτες και διαβάτες, και περισσότερο ως χρήστες του. Κι όταν κάτι απλώς το χρησιμοποιείς ως κτήμα και εργαλείο σου, δεν μπαίνεις στον κόπο να το παρατηρήσεις, να βρεις την ιδιαιτερότητα στη σχέση σου μαζί του, και να το ονοματίσεις αναλόγως με λίγη φαντασία. Κάτι πεζό και λειτουργικό είναι αρκούντως αρκετό. Έτσι ώστε να μη γεννά συνειρμούς και δεύτερες σκέψεις. Κατευθείαν στο ψητό. Φαγοπότι λεκτικό, κι άλλο τόσο πράκτικο και πραγματικό, του φυσικού χώρου γύρω μας.
Κι όμως. Τα τοπωνύμια μας θυμίζουν ακόμα πως ο φυσικός κόσμος γύρω μας κρύβει πίσω από το πεζό πέπλο της χρηστικότητας, ένα τρομερό βάθος. Αρκεί να το αντικρίσουμε, να συνδιαλαγούμε μαζί του, και να του δώσουμε το προσωπικό του όνομα. Έτσι για να θυμόμαστε πως απ’ αυτά τα μέρη δεν είμαστε απλά περαστικοί.
Παρατσούκλια
Για τους ανθρώπους, η ανάλογη περίπτωση είναι τα παρατσούκλια. Όπως και τα τοπωνύμια, έτσι και τα παρατσούκλια γεννιόνται μόνο όπου υπάρχει ειλικρινής και βαθιά αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων. Οι περαστικοί της καθημερινότητας και της ζωής, χάνονται εν ριπή οφθαλμού, συχνά χωρίς ποτέ να μάθουμε ούτε το όνομά τους. Αλλά με τους ανθρώπους που συνδεόμαστε βαθιά, έτσι που μας εμπλουτίζουν τη ζωή μας, τους νιώθουμε δικούς μας. Αυτούς θέλουμε να τους ξεχωρίσουμε και να διαφυλάξουμε την σχέση μας μαζί τους. Εξού και η ονοματοδοσία τους.
Άλλωστε, η αφορμή για να γεννηθεί ένα παρατσούκλι στέκεται πάντα μία ιδιαιτερότητα που έχει κάποιος. Υπερβαίνοντας την άτυπη τυπικότητα του ονοματεπώνυμου, το παρατσούκλι ξαναβαφτίζει έναν άνθρωπο βάσει ενός κατάδικού του χαρακτηριστικού. Έτσι, παύει να είναι άλλος ένας Γιάννης τάδε, ή μια Μαρία τάδε, και γίνεται κάτι πιο συγκεκριμένο και ιδιαίτερο.
Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, που υπάρχει ακόμα σήμερα σε πιο κεκαλυμμένη μορφή, είναι τα παρατσούκλια και τα ονόματα που δίνουν μεταξύ τους τα ζευγάρια. Εκεί που το όνομα δεν μας αρκεί, και θέλουμε να δώσουμε ένα νέο, δικό μας όνομα στον άνθρωπό μας, για να τον κάνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένο, ακόμα πιο προσωπικό.
Με το παρατσούκλι, ένας άνθρωπος αποκτά μια νέα ταυτότητα στα μάτια των ανθρώπων που αλληλεπιδρά. Μια ταυτότητα που δεν του έχει δοθεί ερήμην και προώρως, αλλά την έχει χτίσει και την έχει κερδίσει με τον χαρακτήρα και τις πράξεις του. Μια ταυτότητα που τον καθιστά μοναδικά μοναδικό. Σα να δημιουργείται γι’ αυτόν ένα κουκούλι, που τον προστατεύει – για όσο αντέξει – από την ατέρμονη ροή του χρόνου και των γεγονότων που μας στροβιλίζουν. Και όταν φεύγει από κοντά μας, αυτό μένει πίσω να μας θυμίζει τη μοναδικότητά του ανθρώπου που πέρασε – και δεν ήταν απλά περαστικός.
ΥΓ.
Υπάρχει ένας δρόμος πίσω από το σπίτι της γιαγιάς μου που ασφαλτοστρώθηκε για πρώτη φορά όταν ο αδερφός μου κι εγώ ήμασταν μικροί, 6-7 χρονών. Μας είχε κάνει εντύπωση η φρέσκια άσφαλτος, κι έτσι τον ονομάσαμε “ο μαύρος δρόμος”. Το όνομα αυτό έμεινε, κι από τότε τον αποκαλούσαμε πάντοτε έτσι. Έχω ακόμα αναμνήσεις να παίζουμε στο μαύρο δρόμο με τον αδερφό μου και τα ξαδέρφια μας, και έχω πολύ έντονα στο μυαλό μου ένα οικόπεδο που είχε δίπλα που ήταν γεμάτο μαργαρίτες. Θυμάμαι ακόμα να κόβουμε τις μαργαρίτες και να τις τρίβουμε στο πεζοδρόμιο για να το βάψουμε κίτρινο, κι έπειτα να τις μαδάμε για να δούμε αν μας αγαπάει το πρόσωπο που μας γαργαλούσε τη φαντασία μας σ’ εκείνη την μικρή ηλικία. Βέβαια δεν θυμάμαι το πρόσωπο για χάρη του οποίου βασανίζαμε τις μαργαρίτες, αλλά το όνομα “μαύρος δρόμος” έμεινε, κι ακόμα το θυμόμαστε κάθε τόσο. Η γιαγιά μου ακόμα το χρησιμοποιεί καμιά φορά όταν θέλει να μου εξηγήσει σε ποια πλευρά του κήπου της θέλουν κόψιμο τα λιγούστρα: “από πίσω, εκεί στο μαύρο δρόμο”, λέει ακόμα σήμερα, μπόλικα χρόνια μετά. Αλήθεια, δεν ξέρω το όνομα του δρόμου εκείνου, και ούτε μ’ ενδιαφέρει να το μάθω. Θα μείνει για πάντα για μένα “ο μαύρος δρόμος” των παιδικών μου χρόνων, με όλες τις μικρές, ανώνυμες στιγμές που κουβαλά.